Μελέτη – ‘Έρευνα: Επισκόπηση του Παγκόσμιου Εμπορίου για το 2019

To παγκόσμιο εμπόριο παρουσίασε μείωση κατά 3,2% το δεύτερο τρίμηνο του 2019, σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.

Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε μια συγχρονισμένη επιβράδυνση, σημειώνοντας ρυθμό μεγέθυνσης μόλις 3% για το 2019 (World Economic Outlook 2019), μέγεθος ιστορικά χαμηλό από την περίοδο της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης.

Το γεγονός αυτό σχετίζεται θετικά και σε μεγάλο βαθμό με την πορεία του παγκόσμιου εμπορίου, που αποτελεί όχημα της οικονομικής μεγέθυνσης της οικονομίας. Το μέλλον εξαρτάται από το Brexit, τον εμπορικό πόλεμο Κίνας – Αμερικής, καθώς και την αντίδραση της ζήτησης στις συνεχείς επεκτατικές οικονομικές πολιτικές των Κεντρικών Τραπεζών.

Ωστόσο, η νωθρή ανάπτυξη του εμπορίου και κατ’ επέκταση της παγκόσμιας οικονομίας, δεν προκλήθηκε μονόπλευρα, αλλά με την συμβολή πλήθους συντελεστών. Μπορεί ο κύριος παράγοντας που αποτέλεσε την αρχή του κακού να είναι η αβεβαιότητα που δημιουργήθηκε από το διαταρασσόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον και τις προστατευτικές πολιτικές μεγάλων δυνάμεων, όμως υπάρχουν και άλλες μεταβλητές που φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθηνής όπως περιγράφεται στη συνέχεια.

 

(Σημείωση: Η περίοδος στην οποία πραγματοποιείται σύγκριση για τις περιοχές είναι το δεύτερο τρίμηνο του 2018 σε σχέση με το 2019 και τα δεδομένα είναι προσαρμοσμένα για εποχικότητα.)

Συγκεκριμένα ο όγκος των παγκόσμιων εξαγωγών για το 2018 έφτασε τα €16,329 τρις, έχοντας παρουσιάσει αύξηση κατά 5,11% σε σχέση με το 2017 (International Trade Center, 2019). Η μεγέθυνση των τελευταίων ετών, έληξε τους τελευταίους μήνες του 2018. Σύμφωνα με τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα, το τελευταίο τρίμηνο του 2018 και τα δύο τρίμηνα του 2019, παρουσιάστηκαν συρρικνώσεις. Το φαινόμενο αυτό εξαπλώθηκε σε όλες τις ηπείρους με τις υπόλοιπες χώρες, την Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη να αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο πρόβλημα.

Αναφορικά με το δεύτερο τρίμηνο του 2019, το οποίο ανέδειξε σημαντική συρρίκνωση, ελάχιστες οικονομίες ξέφυγαν από τη μείωση των εξαγωγών. Το Ηνωμένο Βασίλειο που διακατέχεται από την αβεβαιότητα του Brexit γνώρισε μείωση των εξαγωγών και των εισαγωγών, κατά 7,1% και 12,6%, αντίστοιχα. Οι εξαγωγές της Γερμανίας που διανύει μία περίοδο ύφεσης, μειώθηκαν κατά 3%, ενώ οι εισαγωγές κατά 1,7%.

Η Κίνα γνώρισε το μικρότερο ποσοστό αύξηση των εξαγωγών από το τέταρτο τρίμηνο του 2017, με ρυθμό μεγέθυνσης 5,3%, ενώ οι εξαγωγές της Αμερικής αυξήθηκαν οριακά κατά 1,1%. Η Αυστραλία, ο Καναδάς, το Μεξικό και Ιαπωνία ήταν από τις ελάχιστες οικονομίες που κατάφεραν να παρουσιάσουν καλύτερα στοιχεία από τα προηγούμενα τρίμηνα.

Η μικρή ανάκαμψη παρουσιάστηκε το τρίμηνο Ιουνίου –  Σεπτεμβρίου, με τους δείκτες export orders, αυτοκινητοβιομηχανίας και μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων να έχουν βελτιωθεί. Ωστόσο, το τελευταίο τρίμηνο του 2019 το παγκόσμιο εμπόριο αναμένεται να επιστρέψει ξανά στη συρρίκνωση, δεδομένης της επιδείνωσής του εμπορικού πολέμου πριν από το Δεκέμβριο και τα αποτελέσματα των εκλογών της Μεγάλης Βρετανίας.

Οι κύριοι παράγοντες που συντελούν στην πορεία του παγκόσμιου εμπορίου

Η αβεβαιότητα είναι η φράση που χαρακτηρίζει το κλίμα της παγκόσμιας οικονομίας τα τελευταία δύο χρόνια, φτάνοντας στο υψηλότερο της επίπεδο το 2019. Η απόρροια της, είναι η δημιουργία ενός πλήθους προβλημάτων τα οποία έχουν μεγάλο βαθμό συσχέτισης μεταξύ τους και επηρεάζουν την παγκόσμια οικονομία και εμπόριο.

Η περαιτέρω κλιμάκωση της εμπορικής έντασης μεταξύ Αμερικής, Κίνας και Ευρώπης, αλλά και πολιτική αποσταθεροποίηση είναι η απαρχή του προβλήματος, που οδηγούν σε αποδυνάμωση του εμπορίου, της παραγωγής, μείωση της ζήτησης και των επενδύσεων και αδυναμία επίτευξης των στόχων πληθωρισμού.

 

Ο Εμπορικός Πόλεμος

Από το καλοκαίρι του 2018, οι ασκούντες εμπορευματικής πολιτικής της Αμερικής ξεκίνησαν να θέτουν εμπορευματικά εμπόδια και δασμούς σε εισαγωγές εμπορευμάτων, με απώτερο σκοπό τη μείωση του εμπορικού ελλείμματος. Τα πρώτα εμπόδια υψώθηκαν στις εισαγωγές του μεγαλύτερου εμπορικού εταίρου της Αμερικής, την Κίνα, θέτοντας εισαγωγικούς δασμούς ύψους $250 δις. Η Κίνα απάντησε με την τοποθέτηση δασμών ύψους $110 δις σε εισαγόμενα αμερικάνικα προϊόντα.

Η συνέχεια των διαπραγματεύσεων οδήγησε σε κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων, με την Αμερική να θέτει επιπλέον δασμούς προς την Κίνα, την Ευρώπη, αλλά και σε άλλους εμπορικούς της εταίρους, όπως στον Καναδά και στο Μεξικό. Η συνέπεια ήταν η συνεχή αύξηση της εμπορικής αβεβαιότητας.

 

Πηγή: Ahir, H, N Bloom, and D Furceri (2018), “World Uncertainty Index”, Stanford mimeo.
Επεξεργασία: DK Marketing Market Research & Business Analysis Dpt.
Σχεδιασμός: DK Marketing Design Dpt

 

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τον δείκτη εμπορικής αβεβαιότητας, οι δημοσιεύσεις της πρώτης σειράς δασμών στο τρίτο εξάμηνο του 2018, από Κίνα και Αμερική, ώθησαν τον δείκτη στις 30,9 μονάδες. Η συνέχεια ήταν εξίσου ανοδικής τάσης, με τις ΗΠΑ να θέτουν νέους δασμούς προς την Κίνα, την Ευρώπη, τον Καναδά και το Μεξικό, με αποτέλεσμα η αβεβαιότητα να φτάσει στο ιστορικά υψηλό επίπεδο των 107,93 μονάδων στο δεύτερο τρίμηνο του 2019.

Η αύξηση της εμπορικής ανασφάλειας, συντέλεσε στην συρρίκνωση της παραγωγής, με άμεσο αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του εμπορίου. Σοβαρό αντίκτυπο υπάρχει και στις επενδύσεις, που είναι σημαντικοί συντελεστές της διεύρυνσης της παραγωγικότητας και κατά συνέπεια των εμπορικών διαδικασιών. Επιπλέον παρατηρείται ότι στις περιόδους όπου η ανασφάλεια αυξάνεται ραγδαία, η πορεία του παγκόσμιου εμπορίου παρουσιάζει καθοδική τάση.

Ωστόσο, η κατάσταση φαίνεται να βελτιώνεται καθώς οι δύο πλευρές ήρθαν σε συμφωνία στις 13 Δεκεμβρίου. Η συμφωνία προβλέπει τη μείωση τη μείωση ορισμένων αμερικάνικων δασμών σε κινέζικα αγαθά, ενώ σε αντάλλαγμα η Κίνα θα αυξήσει τις εισαγωγές αμερικάνικων αγροτικών, βιομηχανικών και ενεργειακών προϊόντων κατά περίπου £200 δις, στην επόμενη διετία.

Brexit

Το Brexit, ταλανίζει την παγκόσμια οικονομία και το εμπόριο εδώ και τέσσερα χρόνια σχεδόν. Το 2019 ήταν το έτος που οι διαπραγματεύσεις έφτασαν στο αποκορύφωμα, με τα σενάρια να είναι πολλά, δημιουργώντας τεράστια αβεβαιότητα σε οικονομικό και εμπορικό πλαίσιο. Τα αποτελέσματα των εκλογών της 12ης Δεκεμβρίου, κάνουν το Brexit να μοιάζει αναπόφευκτο. Το μέλλον εξαρτάται από τις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την μελλοντική εμπορική συμφωνία των δύο πλευρών.

Μέχρι πρότινος, το Ηνωμένο Βασίλειο και τα υπόλοιπα 27 κράτη απολάμβαναν τα προνόμια της εσωτερικής αγοράς, με ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών, προσώπων και κεφαλαίων. Μετά το διαζύγιο της Μ. Βρετανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρώτη, θα παύσει να κατέχει τις συγκεκριμένες ελευθερίες με τα υπόλοιπα κράτη και η συνέχεια των σχέσεων θα εξαρτηθεί από τις νέες συμφωνίες που θα επιτευχθούν.

Η ανασφάλεια που έχει δημιουργηθεί σχετικά με το μέλλον, αντικατοπτρίζεται στις εμπορικές ροές του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά και στη τεράστια πτώση της Στερλίνας, που αυξάνει την αβεβαιότητα περαιτέρω. Το γεγονός αυτό έκανε τις εξαγωγές της Μεγάλης Βρετανίας πιο φθηνές, ενώ τις εισαγωγές ακριβότερες.

Αναλυτικά, η αναγγελλία του Brexit το 2016, αρχικά οδήγησε σε μια μεγάλη συρρίκνωση των εξαγωγών κατά 11,50%, επιδεινώνοντας το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Ωστόσο, η διολίσθηση της στερλίνας, έκανε τις εξαγωγές της Μ. Βρετανίας φθηνότερες με αποτέλεσμα να έχουν αυξανόμενη τάση το 2017, 2018 και 2019. Από την άλλη πλευρά, οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 1,27% το 2017, κατά 0,15% το 2018 και το 2019 παρουσίασαν επίσης καθοδική τάση.

Μελλοντικά, η κατάσταση ενδέχεται να επιδεινωθεί, καθώς η έξοδος της Μ. Βρετανίας θα αυξήσει τα εμπορικά κόστη με δασμούς και εμπορικά εμπόδια, επηρεάζοντας αρνητικά και τις δύο πλευρές. Οι εφτά από τους δέκα κύριους εισαγωγικούς εταίρους της χώρας προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με την Γερμανία να κατέχει το 13,67% των συνολικών εισαγωγών. Σημαντικά μερίδια αγοράς κατέχει και η Ολλανδία με 8,24% καθώς και η Γαλλία με 5,63%. Το Brexit πρόκειται να χειροτερέψει τους όρους εμπορίου, δημιουργώντας μεγάλες απώλειες και στις δύο πλευρές.

Οι κύριοι εξαγωγικοί εταίροι του Ηνωμένου Βασιλείου είναι οι ΗΠΑ με 13,61% του συνολικού μεριδίου εξαγωγών, ενώ ακολουθεί η Γερμανία με 9,60%. Συνολικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβάνει περίπου το 45% των εξαγωγών της Μ. Βρετανίας.

Ωστόσο, το Brexit δεν θα στοιχήσει μόνο την απώλεια από την Ευρωπαϊκή αγορά. Το Βρετανικό εμπόριο, πρόκειται να χάσει και από τις 36 συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου που έχει διαπραγματευτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, με 58 χώρες του υπόλοιπου κόσμου.

Συνολικά, το αντίκτυπο του Brexit έγινε αισθητό τα τελευταία έτη, με αποκορύφωμα το 2019. Ωστόσο τίποτα δεν είναι απόλυτα σίγουρο για το πώς θα επιδράσει στο παγκόσμιο εμπόριο. Όλα εξαρτώνται από τις μελλοντικές εμπορικές συμφωνίες των δύο πλευρών.

Συρρίκνωση της Παγκόσμιας Αυτοκινητοβιομηχανίας

Ένας από τους κύριους παράγοντες που συντέλεσε στη συρρίκνωση της παγκόσμιας οικονομίας και του εμπορίου το 2019, είναι η μείωση των πωλήσεων της παγκόσμιας αυτοκινητοβιομηχανίας. Η συγκεκριμένη μείωση συνδέεται κυρίως με τον εμπορικό πόλεμο.

Σοβαρό αντίκτυπο στα αρνητικά γεγονότα του κλάδου διαδραματίζουν και οι αυστηρότεροι περιβαλλοντικοί κανονισμοί, η εμπορική ένταση ανάμεσα σε Κίνα και Αμερική καθώς και η νέα τάση των αυτόνομων και ηλεκτρικών αυτοκινήτων, παράγοντες που συντελούν στη αύξηση του κόστους παραγωγής, αλλά και αυτού της έρευνας και ανάπτυξης των αυτοκινητοβιομηχανιών.

Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση οι παγκόσμιες πωλήσεις του κλάδου αυξανόταν σταθερά μέχρι το 2017, αλλά το 2018 μειώθηκαν κατά 1,5%. Η μείωση αυτή φαίνεται να γίνεται σημαντικότερη το 2019, καθώς φαίνεται να φτάνει το 4%, σημειώνοντας μεγαλύτερου μεγέθους συρρίκνωση από αυτή της περιόδου του 2008-2009.

Το κύριο μερίδιο εξασθένησης του εμπορίου οφείλεται στην Κίνα, που αποτελεί τη μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία παγκοσμίως. Συγκεκριμένα, οι πωλήσεις αυτοκινήτων μειώθηκαν κατά 9,1% το πρώτο εξάμηνο του 2019, σε σχέση με το αντίστοιχο του 2018. Δεδομένου του μεγέθους της αγοράς της Κίνας, η επιβράδυνση εξαπλώθηκε παγκοσμίως.

Στην αγορά των ΗΠΑ, η συρρίκνωση ήταν συγκριτικά μικρότερης έντασης καθώς έφτασε το 2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η Ευρώπη ακολούθησε την πορεία των προαναφερθέντων, καταγράφοντας μείωση κατά 8% περίπου.

Δεδομένης της συρρίκνωσης της ζήτησης αγοράς και των πωλήσεων, φυσική συνέπεια είναι η μείωση των εμπορικών ροών σε ολόκληρο τον πλανήτη, ενός κλάδου που κατέχει ένα από τα μεγαλύτερα μερίδια αγοράς στο παγκόσμιο εμπόριο.

Η Νομισματική Πολιτική

Με την παγκόσμια οικονομική μεγέθυνση και το εμπόριο να επιβραδύνεται, καθώς οι εμπορικοί περιορισμοί αυξανόταν, οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες άσκησαν επεκτατικές νομισματικές πολιτικές, μειώνοντας σταδιακά τα επιτόκια τους. Στόχος της συγκεκριμένης πολιτικής, η υποστήριξη και η αναζωογόνηση της συνολικής ζήτησης, ώστε να επιστρέψουν τα κύρια μακροοικονομικά μεγέθη, μεταξύ των οποίων και το παγκόσμιο εμπόριο, σε ανοδικές τάσεις.

Ωστόσο η συγκεκριμένη οικονομική πολιτική σε συνδυασμό με τις προστατευτικές πολιτικές, ίσως να οδηγήσει σε αρνητικά αποτελέσματα. Αρχικά, τα χαμηλά επιτόκια ενδέχεται να οδηγήσουν σε αύξηση της συνολικής ζήτησης. Από την άλλη πλευρά όμως, δεν είναι δυνατόν να αντισταθμίσουν τους περιορισμούς της προσφοράς, όπως είναι οι δασμοί και η αβεβαιότητα που προέρχεται από αυτούς, που μειώνουν τα αποθέματα κεφαλαίου και στρεβλώνουν τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού (Levy 2019).

Ακόμη και αν ο πληθωρισμός παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα, είναι δύσκολο να τονωθεί η ανάπτυξη του εμπορίου και της οικονομίας συνολικά, καθώς θα οδηγήσει σε επιπλέον οικονομικές στρεβλώσεις από την πλευρά των αποταμιευτών και των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Ο μονόδρομος είναι η σύναψη μια ικανοποιητικής συμφωνίας μεταξύ των δύο μεγαλύτερων εμπορικών δυνάμεων. Όπως προαναφέρθηκε, οι σχέσεις μεταξύ των δύο φαίνεται να αναθερμαίνονται καθώς μετά τις 13 Δεκεμβρίου. Με μία συμφωνία  που προβλέπει τη μείωση ορισμένων αμερικάνικων δασμών σε κινέζικα αγαθά, και με αντάλλαγμα την αύξηση των αμερικάνικων εισαγωγών για αγροτικά, βιομηχανικά και ενεργειακά προϊόντα κατά περίπου £200 δις, το τοπίο φαίνεται να βελτιώνεται.