Ρεκόρ επενδύσεων στην Ελλάδα σε υψηλά 16 ετών: Ισχυρή άνοδος, με άνισο αποτύπωμα

Οι επενδύσεις στην Ελλάδα παρουσιάζουν σημαντική ανάκαμψη τα τελευταία χρόνια, έπειτα από τη μακρά περίοδο συρρίκνωσης που προκάλεσε η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Η βελτίωση αυτή αποτυπώνεται και στα στοιχεία που παρουσίασε πρόσφατα ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας. Σύμφωνα με τις επισημάνσεις του, το 2019 οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν μόλις στο 11% του ΑΕΠ, ενώ πλέον το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί στο 18%, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαέξι ετών.

Η ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας γίνεται ακόμη πιο εμφανής μέσα από την εξέλιξη του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου. Κατά την περίοδο 2020-2025, το σχετικό μέγεθος αυξήθηκε κατά περίπου 80% σε πραγματικούς όρους, γεγονός που καταδεικνύει την έκταση της ανάκαμψης. Η εξέλιξη αυτή συμβάλλει στην αποκατάσταση, έστω και σταδιακά, του σημαντικού επενδυτικού κενού που δημιουργήθηκε κατά τα χρόνια της κρίσης, όταν η υποχώρηση των επενδύσεων περιόρισε τις δυνατότητες ανανέωσης του παραγωγικού εξοπλισμού και εκσυγχρονισμού της οικονομίας. Ενδεικτικό της αυξανόμενης σημασίας τους είναι ότι το 2025 οι επενδύσεις συνέβαλαν περισσότερο στον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης από ό,τι η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία παραδοσιακά αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες στήριξης της ελληνικής οικονομίας.

Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή διαδραματίζουν οι χρηματοδοτικοί πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς και των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών ταμείων. Η αξιοποίησή τους ενισχύει την υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων και δημιουργεί πρόσθετες δυνατότητες για τον τεχνολογικό και παραγωγικό εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων και των υποδομών. Υπό αυτή την έννοια, η αύξηση των επενδύσεων δεν αφορά αποκλειστικά τη διεύρυνση των διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά μπορεί να αποτελέσει βασικό μοχλό για τη βελτίωση της παραγωγικότητας, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας με υψηλότερες αποδοχές. Η αξιοποίηση αυτής της δυναμικής είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ελληνική οικονομία, καθώς η μακροχρόνια ανάπτυξή της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αναβάθμιση της παραγωγικής της βάσης.

Για την ορθότερη αποτίμηση της επενδυτικής πορείας, ιδιαίτερη σημασία έχει η εξέταση των στοιχείων σε σταθερές τιμές. Με αυτόν τον τρόπο αφαιρείται η επίδραση των ανατιμήσεων και καθίσταται δυνατή η εκτίμηση της πραγματικής μεταβολής του όγκου των επενδύσεων. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου περιλαμβάνει τις δαπάνες που πραγματοποιούνται για την απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσιακών στοιχείων με μακροχρόνια παραγωγική χρήση. Σε αυτές εντάσσονται οι κατοικίες, τα επαγγελματικά κτίρια, οι υποδομές, τα μηχανήματα και ο εξοπλισμός, αλλά και τα άυλα περιουσιακά στοιχεία, όπως το λογισμικό, η έρευνα και η ανάπτυξη.

Με βάση τις σταθερές τιμές του 2020, η αξία των συνολικών επενδύσεων αυξήθηκε από περίπου 20,3 δισ. ευρώ το 2019 σε 34,1 δισ. ευρώ το 2024. Η πορεία αυτή χαρακτηρίστηκε από διαδοχικές αυξήσεις: το 2020 ο όγκος των επενδύσεων διαμορφώθηκε στα 20,6 δισ. ευρώ, το 2021 ανήλθε στα 25,1 δισ. ευρώ και το 2022 έφθασε τα 30,6 δισ. ευρώ. Το 2023 ακολούθησε νέα άνοδος, με το μέγεθος να διαμορφώνεται στα 32,6 δισ. ευρώ, προτού φθάσει στα 34,1 δισ. ευρώ το επόμενο έτος. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η επενδυτική δραστηριότητα ενισχύθηκε με ιδιαίτερα γρήγορο ρυθμό μετά την πανδημία, ενώ η ανοδική τάση διατηρήθηκε και στη συνέχεια, αν και με μικρότερη ταχύτητα σε σύγκριση με το 2021 και το 2022.

Η θετική πορεία φαίνεται να συνεχίστηκε και το 2025. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ, ο πραγματικός όγκος των επενδύσεων ανήλθε σε 37,1 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 8,9% σε ετήσια βάση. Τα συγκεκριμένα στοιχεία βασίζονται σε αλυσωτούς δείκτες όγκου, μια μεθοδολογία που αποτυπώνει τις μεταβολές σε πραγματικούς όρους, χωρίς όμως να εγγυάται ότι τα επιμέρους μεγέθη διαφορετικών κλάδων θα αθροίζονται με απόλυτη ακρίβεια. Παράλληλα, τα διαθέσιμα στοιχεία για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 επιβεβαιώνουν τη διατήρηση της ανοδικής τάσης. Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 6,1% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025 και κατά 2,2% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2026, μετά την εποχική διόρθωση των δεδομένων. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες μετρήσεις είναι προσωρινές και ενδέχεται να αναθεωρηθούν από την ΕΛΣΤΑΤ, καθώς θα ενσωματώνονται νέα διαθέσιμα στοιχεία.

Παρά τη σαφή βελτίωση των συνολικών μεγεθών, η αναλυτικότερη εξέταση των επενδύσεων ανά οικονομικό κλάδο αποκαλύπτει ότι η ανάκαμψη δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό σε ολόκληρη την οικονομία. Η αύξηση των συνολικών κεφαλαίων κατανέμεται άνισα, καθώς ορισμένοι τομείς συγκεντρώνουν μεγάλο μέρος των νέων επενδύσεων, ενώ άλλοι εμφανίζουν σαφώς πιο περιορισμένη ενίσχυση. Σε μία περίπτωση, μάλιστα, καταγράφεται μείωση αντί για αύξηση. Συνεπώς, η θετική συνολική εικόνα δεν συνεπάγεται ότι όλοι οι παραγωγικοί κλάδοι επωφελούνται στον ίδιο βαθμό από την επενδυτική ανάκαμψη.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν αυτή τη διαφοροποίηση με σαφήνεια. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν από 20,32 δισ. ευρώ το 2019 σε 35,69 δισ. ευρώ το 2023, παρουσιάζοντας συνολική άνοδο κατά 15,37 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η κατανομή της συγκεκριμένης αύξησης μεταξύ των επιμέρους κλάδων δείχνει ότι σημαντικό μέρος της συγκεντρώθηκε σε περιορισμένο αριθμό δραστηριοτήτων. Ειδικότερα, δύο από τους δέκα βασικούς κλάδους της οικονομίας αντιπροσώπευσαν το 52,6% της συνολικής αύξησης των επενδύσεων κατά την περίοδο 2019-2023. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει τον βαθμό στον οποίο η ανάκαμψη στηρίχθηκε σε συγκεκριμένους τομείς και όχι σε μια ομοιόμορφη επέκταση της επενδυτικής δραστηριότητας.

Η μεγαλύτερη απόλυτη αύξηση καταγράφηκε στον κλάδο της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας. Οι επενδύσεις του συγκεκριμένου τομέα ενισχύθηκαν κατά 4,07 δισ. ευρώ, καθώς από 1,94 δισ. ευρώ το 2019 έφθασαν τα 6,01 δισ. ευρώ το 2023. Η μεταβολή αυτή αντιστοιχεί σε αύξηση 209,6%, αναδεικνύοντας την ιδιαίτερα έντονη δυναμική που ανέπτυξε η αγορά ακινήτων κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Η σημαντική άνοδος τόσο σε απόλυτα ποσά όσο και σε ποσοστιαίους όρους καθιστά τον συγκεκριμένο κλάδο έναν από τους βασικότερους συντελεστές της συνολικής επενδυτικής ανάκαμψης.

Εξίσου σημαντική ήταν η συμβολή του ευρύτερου τομέα της δημόσιας διοίκησης, της εκπαίδευσης και της υγείας. Σε αυτές τις δραστηριότητες, οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 4,02 δισ. ευρώ, από 4,32 δισ. ευρώ το 2019 σε 8,34 δισ. ευρώ το 2023. Η άνοδος έφθασε το 92,9%, γεγονός που καταδεικνύει τη σημαντική ενίσχυση των επενδυτικών δαπανών στους συγκεκριμένους τομείς. Αθροιστικά, η διαχείριση ακίνητης περιουσίας και ο τομέας της δημόσιας διοίκησης, της εκπαίδευσης και της υγείας συγκέντρωσαν περίπου 8,09 δισ. ευρώ από τη συνολική αύξηση των 15,37 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, περισσότερο από το μισό της συνολικής ενίσχυσης των επενδύσεων προήλθε από δύο μόνο κλάδους.

Η συγκέντρωση γίνεται ακόμη πιο έντονη εάν συνυπολογιστούν η βιομηχανία, η ενέργεια και τα ορυχεία. Στους συγκεκριμένους τομείς οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 2,66 δισ. ευρώ, προσθέτοντας ένα ακόμη σημαντικό ποσό στη συνολική άνοδο. Εάν οι τρεις αυτοί κλάδοι εξεταστούν μαζί με τη διαχείριση ακινήτων και τον ευρύτερο τομέα της δημόσιας διοίκησης, της εκπαίδευσης και της υγείας, προκύπτει ότι πέντε βασικές δραστηριότητες συγκέντρωσαν περίπου το 70% της συνολικής αύξησης. Το υπόλοιπο 30% κατανεμήθηκε στους άλλους επτά κλάδους, γεγονός που αποτυπώνει τις διαφορές στην ένταση με την οποία συμμετείχαν οι επιμέρους δραστηριότητες στην επενδυτική ανάκαμψη.

Οι αποκλίσεις μεταξύ των κλάδων γίνονται ακόμη πιο εμφανείς όταν η ανάλυση επικεντρώνεται στα ποσοστά μεταβολής. Στις κατασκευές σημειώθηκε η υψηλότερη ποσοστιαία αύξηση, η οποία ανήλθε στο 336,1%. Εντούτοις, το εντυπωσιακό αυτό ποσοστό πρέπει να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με το ιδιαίτερα χαμηλό αρχικό επίπεδο των επενδύσεων. Συγκεκριμένα, οι σχετικές δαπάνες αυξήθηκαν από μόλις 172 εκατ. ευρώ το 2019 σε περίπου 750 εκατ. ευρώ το 2023. Επομένως, παρά τη μεγάλη ποσοστιαία μεταβολή, η συνολική συμβολή των κατασκευών στην αύξηση των επενδύσεων ήταν σαφώς μικρότερη από εκείνη κλάδων που ξεκίνησαν από υψηλότερη βάση και κατέγραψαν μεγαλύτερη απόλυτη ενίσχυση.

Η διαχείριση ακίνητης περιουσίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κλάδου στον οποίο συνδυάστηκαν και οι δύο παράγοντες: υψηλός ρυθμός ανάπτυξης και σημαντική αύξηση του συνολικού ύψους των επενδύσεων. Η άνοδος κατά 209,6% συνοδεύτηκε από πρόσθετες επενδύσεις άνω των 4 δισ. ευρώ, γεγονός που εξηγεί τη μεγάλη συμμετοχή του στη συνολική μεταβολή. Αντίθετα, στη βιομηχανία, στην ενέργεια και στα ορυχεία η αύξηση διαμορφώθηκε στο 68,9%, ενώ στον κλάδο της ενημέρωσης και της επικοινωνίας έφθασε το 75,8%. Αν και οι δύο τελευταίοι τομείς κατέγραψαν θετικές επιδόσεις, η ποσοστιαία ενίσχυσή τους ήταν αισθητά χαμηλότερη από εκείνη της διαχείρισης ακινήτων και των κατασκευών.

Πιο συγκρατημένη ήταν η επενδυτική πορεία σε κλάδους με ευρεία παρουσία στην καθημερινή οικονομική δραστηριότητα. Στο εμπόριο, στις μεταφορές, στον τουρισμό και στην εστίαση οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 39,5% μεταξύ 2019 και 2023. Πρόκειται για μια θετική μεταβολή, η οποία, ωστόσο, υπολείπεται σημαντικά των ρυθμών που καταγράφηκαν σε άλλους τομείς. Ακόμη χαμηλότερη ήταν η αύξηση στη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία, όπου οι επενδύσεις ενισχύθηκαν μόλις κατά 29,5%. Η επίδοση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο πρωτογενής τομέας αποτελεί βασικό τμήμα της παραγωγικής δραστηριότητας της χώρας, ενώ η ανανέωση του εξοπλισμού και των υποδομών του συνδέεται με τη βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητάς του.

Η περιορισμένη αύξηση των επενδύσεων στη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία αναδεικνύει, επομένως, μία από τις βασικές αδυναμίες της σημερινής επενδυτικής εικόνας. Παρά τη σημαντική συνολική ανάκαμψη της οικονομίας, η ενίσχυση των κεφαλαιουχικών δαπανών δεν φαίνεται να διαχέεται με την ίδια ένταση σε όλους τους παραγωγικούς τομείς. Η απόσταση ανάμεσα στους κλάδους με υψηλές επιδόσεις και σε εκείνους που κινούνται με βραδύτερους ρυθμούς υπογραμμίζει την ανάγκη να εξεταστεί όχι μόνο το συνολικό ύψος των επενδύσεων, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτές κατανέμονται στην οικονομία.

Στην αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκαν οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες, οι οποίες αποτέλεσαν τον μοναδικό από τους δέκα βασικούς κλάδους που εμφάνισε αρνητική μεταβολή. Ειδικότερα, οι επενδύσεις στον συγκεκριμένο τομέα μειώθηκαν κατά 18,9% κατά την περίοδο 2019-2023. Η εξέλιξη αυτή διαφοροποιείται από τη γενικότερη ανοδική τάση και επιβεβαιώνει ότι η ανάκαμψη δεν κάλυψε το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων.

Συνολικά, τα δεδομένα καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει ουσιαστική πρόοδο στην αποκατάσταση της επενδυτικής της δραστηριότητας, με τον όγκο των επενδύσεων να αυξάνεται σημαντικά και τη συμβολή τους στην οικονομική ανάπτυξη να ενισχύεται. Παράλληλα, όμως, η κλαδική κατανομή των νέων κεφαλαίων αποκαλύπτει μια λιγότερο ισορροπημένη εικόνα. Η διαχείριση ακινήτων, η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η υγεία, καθώς και η βιομηχανία, η ενέργεια και τα ορυχεία συγκέντρωσαν μεγάλο μέρος της συνολικής αύξησης, ενώ άλλοι κλάδοι κινήθηκαν με χαμηλότερους ρυθμούς ή κατέγραψαν υποχώρηση. Κατά συνέπεια, η πρόκληση για την επόμενη περίοδο δεν περιορίζεται στη διατήρηση της ανοδικής πορείας, αλλά αφορά και τη διεύρυνση της επενδυτικής δυναμικής σε περισσότερους τομείς της οικονομίας. Μια περισσότερο ισόρροπη κατανομή των επενδύσεων θα μπορούσε να ενισχύσει συνολικά την παραγωγική ικανότητα της χώρας, να περιορίσει τις διαρθρωτικές αδυναμίες και να δημιουργήσει σταθερότερες προϋποθέσεις για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη.