Allianz Trade: Η παγκόσμια οικονομία κινείται με τρεις ταχύτητες – Επενδύσεις και τουρισμός δίνουν ώθηση στην Ελλάδα

Με διαφορετικούς ρυθμούς αναμένεται να κινηθεί η παγκόσμια οικονομία έως το 2027, καθώς η πορεία της διαμορφώνεται από τρεις βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν με διαφορετικό τρόπο τις επιμέρους αγορές και τους οικονομικούς κλάδους. Σύμφωνα με τον Άτλαντα Κλάδων 2026 της Allianz Trade, η διεθνής οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να παρουσιάσει επιβράδυνση μέσα στο 2026, με τον ρυθμό ανάπτυξης να διαμορφώνεται στο 2,5%, ενώ για το 2027 προβλέπεται σταδιακή ανάκαμψη στο 2,9%. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη εκτιμάται ότι θα διαδραματίσουν οι επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), οι οποίες δημιουργούν νέες δυνατότητες ανάπτυξης και αναδιαμορφώνουν το επιχειρηματικό περιβάλλον.

Παρά τις θετικές προοπτικές που συνδέονται με την τεχνολογική εξέλιξη, η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές προκλήσεις. Οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις, οι εμπορικές συγκρούσεις και οι αλλαγές στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις επιβαρύνουν το οικονομικό κλίμα, ενώ ο κατακερματισμός των αλυσίδων εφοδιασμού δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στις επιχειρήσεις. Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν το κόστος παραγωγής, τη διαθεσιμότητα πρώτων υλών και προϊόντων, αλλά και την ικανότητα των εταιρειών να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως βασικός μοχλός ανάπτυξης της διεθνούς οικονομίας

Στο επίκεντρο των οικονομικών εξελίξεων βρίσκεται ο τεχνολογικός κλάδος, ο οποίος ενισχύεται σημαντικά από την ταχεία ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις της ψηφιακής οικονομίας αυξάνουν τις δαπάνες τους για την ανάπτυξη και την επέκταση των απαραίτητων τεχνολογικών υποδομών, προκειμένου να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες ανάγκες για υπολογιστική ισχύ, αποθήκευση δεδομένων και προηγμένες ψηφιακές υπηρεσίες.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Allianz Trade, οι επενδύσεις σε υποδομές που σχετίζονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη αναμένεται να ανέλθουν σε περίπου 725 δισ. δολάρια το 2026, ενώ το 2027 προβλέπεται να υπερβούν το 1 τρισ. δολάρια. Η εντυπωσιακή αυτή αύξηση αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τη ζήτηση για ημιαγωγούς, με τις παγκόσμιες πωλήσεις του συγκεκριμένου κλάδου να εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 1,5 τρισ. δολάρια.

Η εξέλιξη αυτή περιγράφεται ως ένας νέος «υπερκύκλος» ανάπτυξης, ο οποίος αναμένεται να μεταβάλει τις ισορροπίες μεταξύ των οικονομικών κλάδων. Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται άμεσα στην Τεχνητή Νοημοσύνη ή παρέχουν τις απαραίτητες υποδομές και υπηρεσίες μπορούν να επωφεληθούν από τις αυξημένες επενδύσεις και τη διευρυνόμενη ζήτηση. Αντίθετα, άλλοι τομείς εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυξημένες λειτουργικές δαπάνες, περιορισμένα περιθώρια κέρδους και ασθενέστερη καταναλωτική ή επιχειρηματική ζήτηση.

Ως αποτέλεσμα, η απόσταση μεταξύ των κλάδων που βρίσκονται σε τροχιά ανάπτυξης και εκείνων που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες ενδέχεται να διευρυνθεί περαιτέρω. Η τεχνολογική πρόοδος, επομένως, δεν δημιουργεί ομοιόμορφα οφέλη για το σύνολο της οικονομίας, αλλά διαμορφώνει διαφορετικές προοπτικές ανάλογα με τη θέση κάθε επιχείρησης στην αγορά, το επίπεδο των επενδύσεών της και την ικανότητά της να ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες.

Η αξιολόγηση των οικονομικών κλάδων σε 70 χώρες

Ο Άτλαντας Κλάδων 2026 της Allianz Trade εξετάζει τις συνθήκες που επικρατούν σε 17 οικονομικούς κλάδους και σε 70 χώρες, επιδιώκοντας να αποτυπώσει τους παράγοντες που επηρεάζουν τη βιωσιμότητα και τη χρηματοοικονομική αντοχή των επιχειρήσεων. Η ανάλυση βασίζεται σε ειδική μεθοδολογία αξιολόγησης του κινδύνου μη πληρωμής, η οποία λαμβάνει υπόψη τόσο τις συνθήκες της αγοράς όσο και τα οικονομικά χαρακτηριστικά κάθε κλάδου.

Ειδικότερα, η αξιολόγηση εστιάζει στη ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες, στην κερδοφορία των επιχειρήσεων, στη ρευστότητά τους, καθώς και στο λειτουργικό και ρυθμιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δραστηριοποιούνται. Μέσα από αυτούς τους δείκτες, η Allianz Trade επιχειρεί να προσδιορίσει σε ποιο βαθμό οι επιχειρήσεις είναι εκτεθειμένες σε οικονομικές δυσκολίες και κατά πόσο μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι διαφορές μεταξύ των κλάδων γίνονται εντονότερες. Η πορεία των επιχειρήσεων δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη γενικότερη οικονομική ανάπτυξη, αλλά και από τις ειδικές συνθήκες που επικρατούν σε κάθε αγορά, όπως το κόστος ενέργειας, ο διεθνής ανταγωνισμός, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση και οι τεχνολογικές αλλαγές.

Οι τρεις κλάδοι με τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα

Η Allianz Trade διακρίνει τον κίνδυνο στους επιμέρους κλάδους σε τέσσερα επίπεδα: χαμηλό, μεσαίο, ευαίσθητο και υψηλό. Σύμφωνα με την έκθεση, κανένας από τους βασικούς βιομηχανικούς κλάδους δεν κατατάσσεται αυτή τη στιγμή στην υψηλότερη κατηγορία κινδύνου. Παρ’ όλα αυτά, οι προοπτικές διαφέρουν σημαντικά, με ορισμένους τομείς να εμφανίζουν μεγαλύτερη αντοχή απέναντι στις οικονομικές πιέσεις.

Στην πρώτη θέση ως προς την ανθεκτικότητα βρίσκεται η Φαρμακοβιομηχανία. Η θετική εικόνα του κλάδου συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τη γήρανση του πληθυσμού, η οποία αυξάνει τις ανάγκες για φαρμακευτικά προϊόντα και υπηρεσίες υγείας. Παράλληλα, η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος δημιουργεί νέες δυνατότητες για την ανάπτυξη καινοτόμων θεραπειών και τη βελτίωση των διαδικασιών έρευνας και παραγωγής. Η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω αυτή τη δυναμική, συμβάλλοντας στην ανάλυση δεδομένων και στην επιτάχυνση επιμέρους ερευνητικών διαδικασιών.

Ιδιαίτερα ισχυρή παραμένει και η θέση του κλάδου Λογισμικού και Πληροφορικής. Η συνεχής ψηφιοποίηση της οικονομίας, η αυξανόμενη ανάγκη των επιχειρήσεων για αυτοματοποίηση και η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών στη λειτουργία τους στηρίζουν τη ζήτηση για ψηφιακές λύσεις. Επιχειρήσεις από διαφορετικούς τομείς επενδύουν σε πληροφοριακά συστήματα, λογισμικό και τεχνολογικές υπηρεσίες, προκειμένου να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες ανταγωνισμού. Η εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης ενισχύει ακόμη περισσότερο τη σημασία του συγκεκριμένου κλάδου.

Την τριάδα των πιο ανθεκτικών τομέων συμπληρώνει η Ενέργεια. Η αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί βασικό παράγοντα στήριξης, καθώς η ψηφιακή οικονομία επεκτείνεται και οι ανάγκες των data centers για ενέργεια αυξάνονται. Παράλληλα, η λειτουργία των σύγχρονων υποδομών, η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και η ευρύτερη ενεργειακή μετάβαση δημιουργούν πρόσθετες ανάγκες για παραγωγή, μεταφορά και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας. Στην εικόνα του κλάδου συμβάλλουν επίσης οι εξελίξεις στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι οποίες επηρεάζουν τα έσοδα και τις συνθήκες λειτουργίας των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον ενεργειακό τομέα.

Οι συγκεκριμένοι κλάδοι φαίνεται, συνεπώς, να διαθέτουν σημαντικά πλεονεκτήματα στο σημερινό περιβάλλον, είτε λόγω της σταθερής ζήτησης είτε εξαιτίας των νέων επενδυτικών ευκαιριών που δημιουργούνται από τις τεχνολογικές και οικονομικές μεταβολές.

Αυξημένες πιέσεις για την Αυτοκινητοβιομηχανία, την Κλωστοϋφαντουργία και τη Χημική Βιομηχανία

Στον αντίποδα, ορισμένοι κλάδοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες, εξαιτίας του αυξημένου κόστους, του έντονου ανταγωνισμού και της περιορισμένης ζήτησης. Ανάμεσα στους πιο ευάλωτους τομείς συγκαταλέγονται η Αυτοκινητοβιομηχανία, η Κλωστοϋφαντουργία και η Χημική Βιομηχανία.

Η Αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονες ανταγωνιστικές πιέσεις, καθώς οι κατασκευαστές από την Κίνα ενισχύουν τη θέση τους στις διεθνείς αγορές. Η παρουσία τους ασκεί πιέσεις στις τιμές των οχημάτων και αναγκάζει άλλους παραγωγούς να επανεξετάσουν την εμπορική και παραγωγική στρατηγική τους. Η ανάγκη για ανταγωνιστικότερες τιμές μπορεί να περιορίσει τα περιθώρια κέρδους, ενώ οι μεταβολές στην αγορά και οι απαιτήσεις για προσαρμογή σε νέες τεχνολογίες αυξάνουν τις προκλήσεις για τις επιχειρήσεις του κλάδου.

Η Κλωστοϋφαντουργία αντιμετωπίζει έναν συνδυασμό αυξημένων δαπανών και ασθενούς καταναλωτικής ζήτησης. Οι επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν το κόστος παραγωγής, τις πιέσεις στις τιμές και τον ανταγωνισμό από προϊόντα χαμηλότερου κόστους. Σε ένα περιβάλλον όπου οι καταναλωτές περιορίζουν ή επανεξετάζουν τις δαπάνες τους, η διατήρηση των πωλήσεων και της κερδοφορίας γίνεται δυσκολότερη. Η κατάσταση αυτή μπορεί να επηρεάσει τόσο τις μικρότερες επιχειρήσεις όσο και τους παραγωγούς που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς αγορές.

Σημαντικές δυσκολίες αντιμετωπίζει και η Χημική Βιομηχανία, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Το υψηλό ενεργειακό κόστος αποτελεί βασικό μειονέκτημα για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, καθώς η παραγωγή πολλών χημικών προϊόντων απαιτεί μεγάλες ποσότητες ενέργειας. Αυτό επιβαρύνει τις συνολικές δαπάνες και περιορίζει την ανταγωνιστικότητα σε σχέση με περιοχές όπου το ενεργειακό κόστος είναι χαμηλότερο, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η διαφορά αυτή μπορεί να δυσχεράνει την προσπάθεια των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων να διατηρήσουν τις τιμές τους σε ανταγωνιστικά επίπεδα και να προστατεύσουν τα περιθώρια κέρδους τους.

Η εικόνα που προκύπτει είναι ότι οι επιχειρήσεις των συγκεκριμένων κλάδων καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, όπου η συγκράτηση του κόστους και η προσαρμογή στις διεθνείς εξελίξεις αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς τους.

Ελλάδα: Ο τουρισμός στηρίζει την ανάπτυξη και δημιουργεί ευκαιρίες για άλλους κλάδους

Για την ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα θετικές εμφανίζονται οι προοπτικές των δραστηριοτήτων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τον τουρισμό. Η ανάπτυξη νέων ξενοδοχειακών μονάδων, αλλά και η επέκταση της αγοράς βραχυχρόνιων μισθώσεων, δημιουργούν πρόσθετη οικονομική δραστηριότητα και αυξάνουν τη ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες από άλλους τομείς της αγοράς.

Η κατασκευή νέων τουριστικών καταλυμάτων και η αναβάθμιση υφιστάμενων εγκαταστάσεων στηρίζουν τον κατασκευαστικό κλάδο, ενώ παράλληλα ενισχύεται η ζήτηση για οικιακό και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό. Η δημιουργία ή ανακαίνιση ξενοδοχειακών μονάδων και κατοικιών απαιτεί προμήθειες, τεχνικές εργασίες και εξοπλισμό, με αποτέλεσμα τα οφέλη από την τουριστική ανάπτυξη να επεκτείνονται σε ένα ευρύτερο δίκτυο επιχειρήσεων.

Ταυτόχρονα, η αύξηση των τουριστικών αφίξεων δημιουργεί ευκαιρίες και για το λιανικό εμπόριο τροφίμων. Η ενισχυμένη παρουσία επισκεπτών στη χώρα αυξάνει τη ζήτηση για βασικά καταναλωτικά αγαθά, με τον συγκεκριμένο κλάδο να εμφανίζεται να κερδίζει μερίδιο αγοράς σε σχέση με τις υπηρεσίες εστίασης. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τη σημασία του τουρισμού ως παράγοντα που επηρεάζει όχι μόνο τις ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις, αλλά και ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων που εξυπηρετούν τις ανάγκες των επισκεπτών.

Επομένως, η τουριστική ανάπτυξη λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής οικονομικής δραστηριότητας, καθώς η ζήτηση που δημιουργείται σε έναν κλάδο μεταφέρεται και σε άλλους τομείς. Η ένταση των θετικών επιδράσεων εξαρτάται, βέβαια, από την πορεία των αφίξεων, τις επενδύσεις στις τουριστικές υποδομές και την ικανότητα των επιχειρήσεων να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αγοράς.

Το Ταμείο Ανάκαμψης ενισχύει την Ενέργεια, την Πληροφορική και τις Κατασκευές

Πέρα από τον τουρισμό, σημαντική συμβολή στις προοπτικές της ελληνικής αγοράς έχουν και οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Οι διαθέσιμοι πόροι κατευθύνονται σε τομείς που συνδέονται με τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας, την ενεργειακή μετάβαση και την ενίσχυση των ψηφιακών δυνατοτήτων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.

Σημαντικά οφέλη αναμένεται να προκύψουν για τον κλάδο της Ενέργειας, καθώς χρηματοδοτούνται ή υποστηρίζονται δράσεις που σχετίζονται με την ανάπτυξη Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), την αναβάθμιση των ενεργειακών δικτύων και τη γενικότερη μετάβαση σε πιο βιώσιμα ενεργειακά συστήματα. Οι επενδύσεις αυτές δημιουργούν ανάγκες για εξοπλισμό, τεχνικές υπηρεσίες, κατασκευαστικές εργασίες και εξειδικευμένες λύσεις, ενισχύοντας τη δραστηριότητα ενός ευρύτερου συνόλου επιχειρήσεων.

Αντίστοιχα, ο τομέας της Πληροφορικής επωφελείται από τις πρωτοβουλίες ψηφιακού μετασχηματισμού. Η αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων, η αναβάθμιση των πληροφοριακών συστημάτων και η ψηφιοποίηση διαδικασιών τόσο στο Δημόσιο όσο και στις επιχειρήσεις ενισχύουν τη ζήτηση για λογισμικό, τεχνολογικές