Φυσικό αέριο: Γιατί το Κατάρ δεν μπορεί να επανέλθει σύντομα στις εξαγωγές LNG

Παρά τη σταδιακή ανάκαμψη που παρουσιάζουν τις τελευταίες εβδομάδες οι εξαγωγές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, η αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες, καθώς οι μεγάλες εγκαταστάσεις εξαγωγής του Κατάρ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανενεργές. Σύμφωνα με το Reuters, όσο δεν διαφαίνεται μια βιώσιμη διπλωματική ή στρατιωτική λύση στη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, οι θαλάσσιες μεταφορές μέσω του Περσικού Κόλπου θα εξακολουθούν να υπόκεινται σε σημαντικούς περιορισμούς, διατηρώντας την παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου υπό έντονη πίεση.

Το Κατάρ αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο παραγωγό LNG παγκοσμίως, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, καλύπτοντας περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγικής δυναμικότητας, με ετήσια παραγωγή που προσεγγίζει τους 80 εκατομμύρια μετρικούς τόνους. Ωστόσο, ο πόλεμος με το Ιράν έχει προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στην οικονομία της χώρας. Λίγο μετά την έναρξη των εχθροπραξιών και τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, το Κατάρ αναγκάστηκε να αναστείλει τη λειτουργία του μεγαλύτερου μέρους του βιομηχανικού συγκροτήματος στο Ρας Λαφάν. Παράλληλα, οι ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις έθεσαν εκτός λειτουργίας περίπου το 17% της εξαγωγικής δυναμικότητας, προκαλώντας απώλειες δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ετήσια έσοδα. Η αποκατάσταση των ζημιών ενδέχεται, μάλιστα, να απαιτήσει αρκετά χρόνια.

Οι οικονομικές συνέπειες είναι ιδιαίτερα σοβαρές, καθώς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει πλέον συρρίκνωση του ΑΕΠ του Κατάρ κατά 8,6%, έναντι ανάπτυξης 6,1% που αναμενόταν πριν από τον πόλεμο. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει το μέγεθος του πλήγματος που έχει δεχθεί μια οικονομία με ισχυρή εξάρτηση από τις εξαγωγές φυσικού αερίου.

Η αναστολή των καταριανών εξαγωγών, σε συνδυασμό με τη μείωση των φορτίων από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, προκάλεσε σημαντικές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές. Η αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών LNG κατά 14%, στους 123 εκατομμύρια τόνους, κάλυψε μόνο ένα μέρος της απώλειας προσφοράς. Ως αποτέλεσμα, η Ευρώπη και η Ασία, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου, βρέθηκαν αντιμέτωπες με υψηλότερο κόστος προμήθειας και περιορισμένες εναλλακτικές λύσεις. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, οι τιμές στις δύο αγορές έφτασαν στα υψηλότερα επίπεδα από τις αρχές του 2023, σχεδόν τριπλασιάζοντας τα προπολεμικά επίπεδα.

Παρότι η κρατική εταιρεία QatarEnergy εκτιμά ότι η παραγωγή θα μπορούσε να επανεκκινήσει μέσα σε λίγες εβδομάδες από την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, η επιστροφή στην κανονικότητα δεν θεωρείται δεδομένη. Τον Σεπτέμβριο, οι εξαγωγές του Κατάρ αυξήθηκαν στους 1,6 εκατομμύρια τόνους, σημειώνοντας το υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη των εχθροπραξιών. Ωστόσο, η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί σε λιγότερο από το ένα τέταρτο του προπολεμικού μέσου όρου. Περίπου το ένα τρίτο των φορτίων κατευθύνθηκε στο Κουβέιτ, παραμένοντας εντός του Κόλπου, ενώ οι υπόλοιπες ποσότητες μεταφέρθηκαν κυρίως στην Κίνα, την Ινδία και άλλες ασιατικές χώρες. Κατά τη διέλευση από τα Στενά, ορισμένα δεξαμενόπλοια φέρεται να απενεργοποιούσαν τα συστήματα δορυφορικής παρακολούθησης, αναδεικνύοντας τους κινδύνους που εξακολουθούν να υπάρχουν.

Οι προοπτικές για τον Οκτώβριο εμφανίζονται ακόμη δυσμενέστερες, καθώς, σύμφωνα με την εταιρεία αναλύσεων Kpler, οι εξαγωγές LNG του Κατάρ αναμένεται να υποχωρήσουν στους 0,6 εκατομμύρια τόνους, εξαιτίας της κλιμάκωσης των επιθέσεων στη ναυσιπλοΐα. Παράλληλα, η QatarEnergy παρέτεινε τις ειδοποιήσεις ανωτέρας βίας (force majeure), ενημερώνοντας ουσιαστικά τους πελάτες της ότι αδυνατεί να εγγυηθεί την παράδοση των συμφωνημένων ποσοτήτων σε αγορές της Ευρώπης και της Ασίας.

Σε αντίθεση με το LNG, η αγορά αργού πετρελαίου εμφανίζει σημάδια βελτίωσης. Η σταδιακή χαλάρωση των περιορισμών στα Στενά του Ορμούζ έχει επιτρέψει την αύξηση των θαλάσσιων μεταφορών. Σύμφωνα με την Kpler, τον Σεπτέμβριο διακινήθηκαν μέσω του περάσματος περίπου 16 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 80% των προπολεμικών επιπέδων. Παρά τον κίνδυνο ιρανικών επιθέσεων σε εμπορικά πλοία, οι παραγωγοί εμφανίζονται περισσότερο διατεθειμένοι να πραγματοποιήσουν τις μεταφορές υπό την προστασία του αμερικανικού Ναυτικού. Η εξέλιξη αυτή επέτρεψε στη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ και το Ιράκ να αυξήσουν την παραγωγή τους.

Η διαφορετική πορεία των δύο αγορών εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από τις τεχνικές και λειτουργικές διαφορές τους. Το πετρέλαιο διαθέτει πιο ευέλικτο σύστημα μεταφοράς, εκτεταμένες υποδομές αποθήκευσης και μεγαλύτερα περιθώρια γρήγορης επανεκκίνησης. Αντίθετα, η παραγωγή και η διακίνηση LNG απαιτούν τον συντονισμό εξειδικευμένων εγκαταστάσεων, αγωγών, μονάδων υγροποίησης και ειδικών δεξαμενόπλοιων. Επομένως, η αποκατάσταση των εξαγωγών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το άνοιγμα των θαλάσσιων διαδρομών, αλλά και από την ομαλή λειτουργία ολόκληρης της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Οι εγκαταστάσεις του Κατάρ περιλαμβάνουν 14 μονάδες παραγωγής LNG, οι οποίες τροφοδοτούνται από το υπεράκτιο κοίτασμα North Field, ένα από τα μεγαλύτερα παγκοσμίως, το οποίο μοιράζεται με το Ιράν. Από την έναρξη του πολέμου, η παραγωγή διατηρείται σε περιορισμένα επίπεδα, καλύπτοντας κυρίως τις εγχώριες ανάγκες και ένα μικρό μέρος των εξαγωγών. Για να αυξηθούν ξανά οι διαθέσιμες ποσότητες, πρέπει να αποκατασταθεί τόσο η εξόρυξη όσο και η λειτουργία των εγκαταστάσεων επεξεργασίας και μεταφοράς.

Ένα από τα βασικά εμπόδια είναι η διαχείριση των συμπυκνωμάτων, δηλαδή των ελαφρών υγρών υδρογονανθράκων που περιέχονται στο ακατέργαστο φυσικό αέριο. Εάν η διάθεσή τους στην αγορά διακοπεί, οι αποθηκευτικοί χώροι μπορεί να γεμίσουν γρήγορα, αναγκάζοντας τη χώρα να περιορίσει και την παραγωγή φυσικού αερίου. Επιπλέον, το Κατάρ διαθέτει περιορισμένη χωρητικότητα αποθήκευσης LNG, με αποτέλεσμα οι ποσότητες να πρέπει να φορτώνονται και να μεταφέρονται χωρίς μεγάλες καθυστερήσεις.

Πρόσθετη δυσκολία αποτελεί ο περιορισμένος παγκόσμιος στόλος δεξαμενόπλοιων LNG. Τα συγκεκριμένα πλοία είναι εξειδικευμένα και ιδιαίτερα ακριβά, ενώ το κόστος ναύλωσης έχει αυξηθεί σημαντικά. Οι πλοιοκτήτες, από την πλευρά τους, διστάζουν να διακινδυνεύσουν τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος επίθεσης ή εγκλωβισμού. Έτσι, ακόμη και όταν είναι διαθέσιμο το φυσικό αέριο, η μεταφορά του προς τις διεθνείς αγορές παραμένει αβέβαιη.

Η κρίση εκδηλώνεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για το Κατάρ, το οποίο υλοποιεί ένα μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα με στόχο να αυξήσει την ετήσια παραγωγική του δυναμικότητα στους 142 εκατομμύρια τόνους έως το 2030. Εφόσον ολοκληρωθεί, η επέκταση αυτή θα μπορούσε να εξασφαλίσει στη χώρα περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας αγοράς LNG. Ωστόσο, η αξία των νέων υποδομών περιορίζεται όταν δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι τα προϊόντα θα μπορούν να φτάσουν με ασφάλεια στους αγοραστές.

Για τον λόγο αυτό, το Κατάρ χρειάζεται σταθερές και αξιόπιστες εγγυήσεις για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και όχι απλώς προσωρινά διαστήματα ελεύθερης διέλευσης. Η οριστική εξομάλυνση της κατάστασης προϋποθέτει μια βιώσιμη συμφωνία μεταξύ του Ιράν, των Ηνωμένων Πολιτειών και των περιφερειακών δυνάμεων, η οποία θα περιορίζει τον κίνδυνο νέων επιθέσεων και διακοπών στις μεταφορές.

Μέχρι να διαμορφωθούν αυτές οι συνθήκες, η ανάκαμψη της αγοράς LNG αναμένεται να παραμείνει αργή και αβέβαιη, παρά τη βελτίωση που καταγράφεται στις εξαγωγές πετρελαίου. Η κρίση αναδεικνύει ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από την παραγωγική δυναμικότητα μιας χώρας, αλλά και από την αξιοπιστία των μεταφορικών δικτύων, τη διαθεσιμότητα αποθηκευτικών χώρων και τη σταθερότητα του γεωπολιτικού περιβάλλοντος. Όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν εστία κινδύνου, τόσο θα δυσκολεύεται η αποκατάσταση της ομαλής τροφοδοσίας της παγκόσμιας αγοράς φυσικού αερίου.