Ο ελληνικός αμπελώνας μπροστά σε μια καλή χρονιά, με το βλέμμα στον καιρό και στην κατανάλωση

Θετικά είναι μέχρι στιγμής τα μηνύματα που έρχονται από τις περισσότερες αμπελουργικές περιοχές της Ελλάδας, καθώς η φετινή καλλιεργητική περίοδος εξελίσσεται χωρίς σημαντικές ανατροπές και σε συνθήκες που χαρακτηρίζονται σε γενικές γραμμές ευνοϊκές για την ανάπτυξη των αμπελιών. Οι βροχοπτώσεις που σημειώθηκαν κατά τους πρώτους μήνες του έτους ενίσχυσαν τα αποθέματα υγρασίας και δημιούργησαν καλύτερες προϋποθέσεις για την καλλιέργεια, αν και ορισμένες περιοχές δεν απέφυγαν τις απώλειες εξαιτίας έντονων καιρικών φαινομένων.

Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου (ΣΕΟ), Στέλιος Μπουτάρης, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξος για την εξέλιξη της φετινής χρονιάς. Όπως επισημαίνει, οι μέχρι τώρα ενδείξεις είναι θετικές, ωστόσο είναι ακόμη πρόωρο να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα τόσο για το τελικό ύψος της παραγωγής όσο και για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της νέας σοδειάς.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η επαρκής παρουσία βροχοπτώσεων από την αρχή του έτους έχει δημιουργήσει μια καλύτερη βάση για την καλλιεργητική περίοδο, γεγονός που επιτρέπει στους ανθρώπους του κλάδου να εκτιμούν ότι η φετινή παραγωγή μπορεί να κινηθεί σε ικανοποιητικά επίπεδα.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι απολύτως ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα. Οι περισσότερες αμπελουργικές ζώνες παρουσιάζουν καλή εικόνα, αλλά υπήρξαν και περιοχές που αντιμετώπισαν προβλήματα, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τη Μαντινεία και τη Νεμέα. Εκεί, οι ισχυρές χαλαζοπτώσεις που σημειώθηκαν το Σαββατοκύριακο της Πρωτομαγιάς προκάλεσαν σημαντικές ζημιές.

Ιδιαίτερα στη Μαντινεία, οι επιπτώσεις ήταν έντονες, ενώ στη Νεμέα οι μεγαλύτερες απώλειες εντοπίστηκαν κυρίως στις πεδινές εκτάσεις. Αντίθετα, αρκετές αμπελουργικές εκμεταλλεύσεις σε πιο ορεινά ή επικλινή σημεία κατάφεραν να αποφύγουν τις συνέπειες του φαινομένου.

Στην Κρήτη, η κατάσταση μέχρι στιγμής αξιολογείται ως ικανοποιητική, χωρίς να έχουν καταγραφεί σοβαρές προσβολές από ασθένειες ή άλλα σημαντικά προβλήματα που να απειλούν την παραγωγή. Αντίστοιχα θετική είναι η εικόνα και στη Βόρεια Ελλάδα, όπου παρά τις κατά τόπους βροχοπτώσεις και κάποιες μεμονωμένες χαλαζοπτώσεις, δεν έχουν σημειωθεί φαινόμενα μεγάλης έκτασης.

Η παραγωγή παραμένει περιορισμένη σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα

Η σχετικά καλή πορεία της φετινής αμπελουργικής περιόδου έρχεται σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία η ελληνική οινοπαραγωγή εξακολουθεί να βρίσκεται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με το παρελθόν.

Κατά την οινική περίοδο 2025-2026, η παραγωγή κρασιού στην Ελλάδα υπολογίζεται περίπου στα 1,65 εκατομμύρια εκατόλιτρα, παρουσιάζοντας αύξηση μεταξύ 15% και 16,8% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η άνοδος αυτή αποδίδεται κυρίως στις πιο ήπιες και σταθερές καιρικές συνθήκες που επικράτησαν, μετά από μια σειρά ετών κατά τα οποία οι αμπελουργικές περιοχές επηρεάστηκαν από ακραία φαινόμενα.

Παρά τη βελτίωση, οι ποσότητες εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από τα επίπεδα που καταγράφονταν παλαιότερα. Για αρκετές δεκαετίες, η ελληνική παραγωγή κρασιού κυμαινόταν συνήθως μεταξύ 2 και 4 εκατομμυρίων εκατολίτρων, γεγονός που αναδεικνύει τη σημαντική συρρίκνωση που έχει υποστεί ο κλάδος.

Η μείωση αυτή δεν αποτελεί αποκλειστική συνέπεια των καιρικών συνθηκών. Η εγκατάλειψη αμπελώνων, η μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων και η αύξηση του κόστους παραγωγής έχουν περιορίσει τη δυναμικότητα του ελληνικού αμπελοοινικού τομέα. Παράλληλα, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής δημιουργούν πρόσθετη αβεβαιότητα για τη σταθερότητα των μελλοντικών παραγωγών.

Ο ρόλος του καιρού μέχρι τη συγκομιδή

Η τελική εικόνα της φετινής παραγωγής θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις συνθήκες που θα επικρατήσουν μέχρι την περίοδο του τρύγου. Παρότι οι πρώτες ενδείξεις για την ποιότητα των σταφυλιών είναι θετικές, οι επόμενες εβδομάδες θεωρούνται κρίσιμες για την ολοκλήρωση της ωρίμασης.

Ο πρόεδρος του ΣΕΟ επισημαίνει ότι η ποιότητα εμφανίζεται μέχρι στιγμής ιδιαίτερα ενθαρρυντική, ωστόσο υπογραμμίζει πως απαιτείται προσοχή, καθώς απομένει σημαντικό χρονικό διάστημα μέχρι τη συγκομιδή και οι καιρικές συνθήκες μπορούν να μεταβάλουν τα δεδομένα.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για τους αμπελουργούς δεν αφορά μόνο τη σταδιακή αύξηση της μέσης θερμοκρασίας, αλλά κυρίως την ολοένα μεγαλύτερη αστάθεια των καιρικών φαινομένων. Απότομες μεταβολές, έντονες βροχοπτώσεις, μεγάλης διάρκειας περίοδοι καύσωνα ή ξαφνικές χαλαζοπτώσεις μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές ακόμη και λίγο πριν από την ολοκλήρωση της παραγωγικής διαδικασίας.

Όπως υπογραμμίζει ο Στέλιος Μπουτάρης, η κλιματική αλλαγή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τον αμπελοοινικό κλάδο, όχι μόνο λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας, αλλά κυρίως εξαιτίας της αυξημένης συχνότητας και έντασης των ακραίων φαινομένων.

Η αβεβαιότητα που προκαλεί η μεταβλητότητα του κλίματος δυσκολεύει τον σχεδιασμό των παραγωγών και των οινοποιείων, καθώς μια χρονιά που ξεκινά με ευνοϊκές συνθήκες μπορεί να επηρεαστεί σημαντικά από ένα έντονο καιρικό επεισόδιο πριν από τη συγκομιδή.

Προκλήσεις στην κατανάλωση και στις εξαγωγές

Πέρα από τις περιβαλλοντικές πιέσεις, ο ελληνικός αμπελοοινικός τομέας αντιμετωπίζει και σημαντικές οικονομικές προκλήσεις. Η εγχώρια κατανάλωση κρασιού παρουσιάζει σημάδια υποχώρησης, μετά από μια περίοδο κατά την οποία το ελληνικό κρασί είχε ενισχύσει τη θέση του στην αγορά.

Όπως αναφέρει ο πρόεδρος του ΣΕΟ, η κατανάλωση βρίσκεται σε χαμηλότερα επίπεδα και αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τις επιχειρήσεις του κλάδου.

Την προηγούμενη δεκαετία, το κρασί είχε παρουσιάσει σημαντική ανάπτυξη. Κατά την περίοδο της πανδημίας ενισχύθηκε η κατανάλωση στο σπίτι, ενώ στη συνέχεια η ανάκαμψη του τουρισμού και η ανάπτυξη των wine bars συνέβαλαν στη διατήρηση της θετικής πορείας. Ωστόσο, το τελευταίο διάστημα η αγορά εμφανίζει μεγαλύτερες δυσκολίες.

Στις πιέσεις που δέχεται η κατανάλωση προστίθενται οι αυξημένες τιμές στην εστίαση, αλλά και οι αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών λόγω των αυστηρότερων ελέγχων για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν ιδιαίτερα την κατανάλωση κρασιού κατά τις εξόδους.

Ο τουρισμός εξακολουθεί να λειτουργεί υποστηρικτικά για την αγορά, ωστόσο η αυξημένη τουριστική κίνηση δεν οδηγεί πάντοτε σε αντίστοιχη αύξηση των πωλήσεων. Το υψηλότερο κόστος ζωής και οι αυξημένες τιμές περιορίζουν τις δαπάνες τόσο των Ελλήνων όσο και των επισκεπτών.

Στο εξωτερικό εμπόριο, η εικόνα χαρακτηρίζεται μικτή. Οι εξαγωγές παρουσιάζουν μια μικρή κάμψη συνολικά, χωρίς όμως να καταγράφεται σημαντική υποχώρηση. Οι επιδόσεις διαφέρουν ανά αγορά, με ορισμένους προορισμούς να εμφανίζουν πτώση και άλλους να παρουσιάζουν βελτίωση.

Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η αξία των ελληνικών εξαγωγών κρασιού το 2025 ανήλθε στα 96,47 εκατ. ευρώ, μειωμένη κατά 1,67% σε σχέση με τα 98,11 εκατ. ευρώ του 2024. Αντίθετα, οι εξαγόμενες ποσότητες αυξήθηκαν, φτάνοντας τους 28.202 τόνους έναντι 25.165 τόνων την προηγούμενη χρονιά, σημειώνοντας άνοδο 12,07%.

Οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις διεθνείς αγορές αναδεικνύουν την ανάγκη για περαιτέρω ενίσχυση της εξωστρέφειας και μεγαλύτερη γεωγραφική διεύρυνση των προορισμών στους οποίους απευθύνεται το ελληνικό κρασί.

Παρά τις δυσκολίες που σχετίζονται με την κατανάλωση, το κόστος παραγωγής, τις επενδυτικές προκλήσεις και την κλιματική αβεβαιότητα, οι εκτιμήσεις για τη φετινή χρονιά παραμένουν προσεκτικά αισιόδοξες.

Η μέχρι τώρα θετική εικόνα στις περισσότερες αμπελουργικές ζώνες, οι ικανοποιητικές συνθήκες καλλιέργειας και οι καλές ενδείξεις για την ποιότητα δημιουργούν προσδοκίες για έναν επιτυχημένο τρύγο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα σημειωθούν σοβαρά ακραία φαινόμενα μέχρι τη συγκομιδή.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου, η φετινή χρονιά δημιουργεί βάσιμες προσδοκίες και αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για τον ελληνικό αμπελοοινικό κλάδο.