Η Αίγυπτος βρίσκεται σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις με κορυφαίες διεθνείς εταιρείες του ενεργειακού τομέα, όπως οι Shell, TotalEnergies και BP, με στόχο τη σύναψη πολυετών συμφωνιών για την προμήθεια υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Reuters από τρεις καλά ενημερωμένες πηγές της αγοράς ενέργειας και εμπορευμάτων, το Κάιρο εξετάζει την αγορά από 15 έως 18 φορτίων LNG κάθε μήνα, με τις συμβάσεις να έχουν ελάχιστη διάρκεια τριών ετών.
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία αποτελεί απάντηση στη διαρκώς αυξανόμενη εγχώρια ζήτηση για φυσικό αέριο, την οποία η αιγυπτιακή παραγωγή αδυνατεί πλέον να καλύψει. Παράλληλα, η διεθνής αγορά LNG χαρακτηρίζεται από έντονες πιέσεις, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα η αντιπαράθεση με το Ιράν έχουν δημιουργήσει σημαντικές αναταράξεις στις θαλάσσιες μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ. Οι δυσκολίες αυτές έχουν ενισχύσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των χωρών που επιδιώκουν να εξασφαλίσουν επαρκείς ενεργειακές προμήθειες, αυξάνοντας τόσο τη ζήτηση όσο και τις τιμές.
Δύο από τις πηγές του Reuters επιβεβαίωσαν ότι οι συνομιλίες δεν περιορίζονται μόνο στις Shell, TotalEnergies και BP, αλλά επεκτείνονται και στον εμπορικό οίκο Hartree Partners, ο οποίος δραστηριοποιείται δυναμικά στις διεθνείς αγορές εμπορευμάτων. Παράλληλα, τρίτη πηγή σημείωσε ότι η αιγυπτιακή κυβέρνηση επιδιώκει ιδιαίτερα τη διεύρυνση της συνεργασίας της με αμερικανικές εταιρείες, γεγονός που αντανακλά τη στρατηγική της χώρας να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της συνεργασίες και να ενισχύσει τους δεσμούς της με σημαντικούς διεθνείς προμηθευτές.
Παρότι οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο, οι τελικές λεπτομέρειες των συμφωνιών δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η διάρκεια των συμβολαίων ενδέχεται να κυμανθεί από τρία έως και πέντε χρόνια, ανάλογα με τους τελικούς όρους που θα συμφωνηθούν μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών.
Σε ό,τι αφορά τις επίσημες τοποθετήσεις, το υπουργείο Πετρελαίου της Αιγύπτου και η TotalEnergies δεν ανταποκρίθηκαν άμεσα σε αιτήματα του Reuters για σχολιασμό των πληροφοριών, ενώ οι Shell, BP και Hartree Partners επέλεξαν να μην προβούν σε δηλώσεις σχετικά με τις διαπραγματεύσεις.
Η ανάγκη για νέες συμφωνίες εισαγωγής φυσικού αερίου καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική, καθώς το οικονομικό κόστος των ενεργειακών εισαγωγών έχει αυξηθεί θεαματικά. Αν και η αιγυπτιακή οικονομία έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να διατηρήσει μια σχετική σταθερότητα παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις που προκάλεσε η σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν, οι δαπάνες για την προμήθεια φυσικού αερίου έχουν εκτοξευθεί.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το συνολικό κόστος των εισαγωγών φυσικού αερίου σχεδόν τριπλασιάστηκε. Πριν από την κλιμάκωση της κρίσης, η Αίγυπτος κατέβαλλε περίπου 560 εκατομμύρια δολάρια για συγκεκριμένες ποσότητες φυσικού αερίου, ενώ για τις ίδιες ποσότητες τον Μάρτιο το σχετικό ποσό διαμορφώθηκε περίπου στα 1,65 δισεκατομμύρια δολάρια. Η αύξηση αυτή αποτυπώνει τη σημαντική επιβάρυνση που προκαλεί η άνοδος των διεθνών τιμών στην ενεργειακή αγορά.
Με βάση τους υπολογισμούς του Reuters, οι οποίοι στηρίζονται σε πρόσφατες εμπορικές συμφωνίες με τιμές περίπου 1,5 δολάριο υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό δείκτη αναφοράς TTF, οι νέες εισαγωγές LNG ενδέχεται να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό της Αιγύπτου με ποσά που θα κυμαίνονται μεταξύ 8 και 11 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ετήσια βάση.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά της χώρας. Η αιγυπτιακή κυβέρνηση βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με υψηλό δημόσιο χρέος, το οποίο απορροφά σημαντικό μέρος των δημοσιονομικών πόρων, ενώ ταυτόχρονα η ισοτιμία του εθνικού νομίσματος εξακολουθεί να δέχεται έντονες πιέσεις από την έναρξη της περιφερειακής κρίσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε επιπλέον δολάριο που διατίθεται για την αγορά LNG ή άλλων καυσίμων περιορίζει τα διαθέσιμα κεφάλαια για κοινωνικές παροχές, δημόσιες επενδύσεις και ενίσχυση των συναλλαγματικών αποθεμάτων της χώρας.
Ο Άλι Μπλέικγουεϊ, επικεφαλής του τομέα Atlantic LNG της S&P Global Energy, εκτιμά ότι οι διαπραγματεύσεις της Αιγύπτου για συμβάσεις προμήθειας LNG μεσοπρόθεσμης διάρκειας αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής περιορισμού της εξάρτησης από την ευμετάβλητη αγορά άμεσης παράδοσης (spot market). Όπως επισημαίνει, σε συνδυασμό με την επέκταση των υφιστάμενων και των σχεδιαζόμενων συμφωνιών για προμήθειες φυσικού αερίου μέσω αγωγών, η πολιτική αυτή αποσκοπεί στη θωράκιση της χώρας απέναντι στις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς και στην αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι παράγοντες που ενισχύουν αυτή την αβεβαιότητα δεν περιορίζονται μόνο στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, αλλά περιλαμβάνουν και τον συνεχιζόμενο πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, καθώς και τις διαρκείς εντάσεις στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, οι οποίες επηρεάζουν συνολικά τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές.
Την ίδια στιγμή, η εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου της Αιγύπτου εξακολουθεί να παρουσιάζει πτωτική πορεία. Κατά την περίοδο από τον Ιούλιο του 2025 έως τον Ιούνιο του 2026, η χώρα εισήγαγε συνολικά περίπου 985 δισεκατομμύρια κυβικά πόδια φυσικού αερίου, ποσότητα που περιλαμβάνει τόσο τις εισαγωγές μέσω αγωγών από το Ισραήλ όσο και φορτία υγροποιημένου φυσικού αερίου από άλλες αγορές.
Επίσημα έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή του Reuters δείχνουν ότι οι εισαγωγές προβλέπεται να αυξηθούν περαιτέρω κατά την περίοδο Ιουλίου 2026 – Ιουνίου 2027, φθάνοντας τα 1.081 δισεκατομμύρια κυβικά πόδια. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την αδυναμία της εγχώριας παραγωγής να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας, παρά τις επανειλημμένες εξαγγελίες της κυβέρνησης για ενίσχυση της παραγωγής και την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τις ξένες ενεργειακές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Αίγυπτο.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι κατά το οικονομικό έτος 2025-2026 η μέση ημερήσια παραγωγή φυσικού αερίου διαμορφώθηκε κάτω από τα 4,4 δισεκατομμύρια κυβικά πόδια. Οι προβλέψεις για το τρέχον οικονομικό έτος είναι ακόμη πιο απαισιόδοξες, καθώς εκτιμάται ότι η παραγωγή θα υποχωρήσει περαιτέρω, φθάνοντας περίπου στα 4,2 δισεκατομμύρια κυβικά πόδια ημερησίως, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνέχιση και πιθανή αύξηση των εισαγωγών προκειμένου να διασφαλιστεί η ενεργειακή επάρκεια της χώρας.































