Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται αποφασισμένη να ενισχύσει τα μέτρα προστασίας της απέναντι στις αυξανόμενες εισαγωγές προϊόντων από την Κίνα, επεκτείνοντας τόσο τις ποσοστώσεις εισαγωγών όσο και την επιβολή δασμών σε ορισμένους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας. Το μήνυμα αυτό έστειλε ο επίτροπος Βιομηχανίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Στεφάν Σεζουρνέ, μέσα από δηλώσεις του στους Financial Times, οι οποίες δημοσιεύθηκαν την Πέμπτη.
Σύμφωνα με τον Ευρωπαίο αξιωματούχο, οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι ορισμένοι βασικοί κλάδοι της ευρωπαϊκής βιομηχανίας βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ιδιαίτερα σοβαρή και «υπαρξιακή» απειλή εξαιτίας της αυξημένης πίεσης που ασκούν τα κινεζικά προϊόντα στις ευρωπαϊκές αγορές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι πολλές κινεζικές επιχειρήσεις λειτουργούν υπό συνθήκες που δημιουργούν αθέμιτο ανταγωνισμό, κυρίως λόγω κρατικών επιδοτήσεων, χαμηλότερου κόστους παραγωγής και ευνοϊκής στήριξης από το κινεζικό κράτος.
Ο Στεφάν Σεζουρνέ υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προτίθεται να χρησιμοποιήσει με πιο εκτεταμένο και συστηματικό τρόπο τις λεγόμενες «ρήτρες διασφάλισης», δηλαδή μηχανισμούς προστασίας που επιτρέπουν την επιβολή περιορισμών στις εισαγωγές όταν διαπιστώνεται ότι απειλείται σοβαρά η εγχώρια παραγωγή ή η οικονομική σταθερότητα ενός κλάδου. Όπως εξήγησε, οι παρεμβάσεις αυτές δεν θα περιορίζονται πλέον μόνο σε μεμονωμένες επιχειρήσεις ή σε συγκεκριμένες πρώτες ύλες, αλλά θα εφαρμόζονται σε ολόκληρους τομείς της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Η προσέγγιση αυτή σηματοδοτεί μια πιο επιθετική και συνολική στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην οικονομική επιρροή της Κίνας. Μέχρι σήμερα, τα μέτρα προστασίας αφορούσαν κυρίως ειδικές περιπτώσεις ή περιορισμένες κατηγορίες προϊόντων. Ωστόσο, η νέα κατεύθυνση δείχνει ότι οι Βρυξέλλες επιδιώκουν πλέον να θωρακίσουν συνολικά κρίσιμους παραγωγικούς τομείς, θεωρώντας ότι η αυξημένη διείσδυση κινεζικών προϊόντων μπορεί να προκαλέσει σοβαρές απώλειες σε θέσεις εργασίας, παραγωγική ικανότητα και τεχνολογική αυτονομία της Ευρώπης.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για τη χημική βιομηχανία, τη μεταλλουργία αλλά και τη βιομηχανία καθαρών τεχνολογιών. Σύμφωνα με τον Σεζουρνέ, οι τομείς αυτοί κινδυνεύουν να δεχθούν ισχυρό πλήγμα από τον ανταγωνισμό κινεζικών προϊόντων που διατίθενται σε χαμηλές τιμές στις διεθνείς αγορές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί ότι πολλές κινεζικές εταιρείες μπορούν να πωλούν τα προϊόντα τους σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές χάρη στην εκτεταμένη κρατική υποστήριξη, γεγονός που δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Η ανησυχία είναι ακόμη μεγαλύτερη στον τομέα των καθαρών τεχνολογιών, καθώς πρόκειται για έναν στρατηγικό κλάδο που συνδέεται άμεσα με την πράσινη μετάβαση, την ενεργειακή ασφάλεια και τους κλιματικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Βρυξέλλες φοβούνται ότι η υπερβολική εξάρτηση από κινεζικά προϊόντα —όπως μπαταρίες, φωτοβολταϊκά πάνελ ή πρώτες ύλες για πράσινες τεχνολογίες— θα μπορούσε να περιορίσει την ευρωπαϊκή βιομηχανική αυτονομία στο μέλλον.
Παράλληλα, η αυστηρότερη στάση απέναντι στην Κίνα αντανακλά και τις ευρύτερες γεωοικονομικές αλλαγές που καταγράφονται διεθνώς. Τα τελευταία χρόνια, πολλές δυτικές οικονομίες επιχειρούν να μειώσουν την εξάρτησή τους από κινεζικές αλυσίδες παραγωγής και να ενισχύσουν την προστασία στρατηγικών βιομηχανιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται πλέον να ακολουθεί πιο ενεργά αυτή τη γραμμή, επιδιώκοντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για ανοιχτό εμπόριο και στην προστασία της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης.
Οι δηλώσεις του Σεζουρνέ υποδηλώνουν ότι η Ε.Ε. προετοιμάζεται για μια περίοδο αυξημένων εμπορικών εντάσεων με την Κίνα. Η επέκταση δασμών και ποσοστώσεων ενδέχεται να προκαλέσει αντιδράσεις από το Πεκίνο, το οποίο έχει επανειλημμένα απορρίψει τις κατηγορίες περί αθέμιτου ανταγωνισμού και έχει κατηγορήσει τη Δύση για προστατευτισμό.
Συνολικά, η στάση που διαμορφώνεται στις Βρυξέλλες αποκαλύπτει την αυξανόμενη ανησυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και της βιομηχανικής της ανεξαρτησίας. Η Ευρώπη επιδιώκει πλέον να ενισχύσει τα αμυντικά εργαλεία της απέναντι στις πιέσεις που προκαλεί η κινεζική οικονομική ισχύς, σε μια περίοδο όπου ο διεθνής ανταγωνισμός αποκτά ολοένα πιο στρατηγικό και γεωπολιτικό χαρακτήρα.































