Η ΕΕ εξετάζει χαλάρωση της Βασιλείας – Ποιες αλλαγές έρχονται και τι σημαίνει για τις τράπεζες

Σε τροχιά αναθεώρησης του κανονιστικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία των τραπεζών βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με στόχο να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος απέναντι στους μεγάλους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκονται η μείωση ορισμένων κεφαλαιακών απαιτήσεων και η απλοποίηση των εποπτικών κανόνων, προκειμένου να περιοριστούν οι επιβαρύνσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ευρωπαϊκές τράπεζες.

Οι ενδεχόμενες μεταρρυθμίσεις αναμένεται να έχουν θετική επίδραση και στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο. Εκτός από τη γενικότερη χαλάρωση του ευρωπαϊκού πλαισίου, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη διάλογος μεταξύ των ελληνικών τραπεζών και του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) για την αναθεώρηση των αυξημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων του λεγόμενου Πυλώνα 2, οι οποίες εξακολουθούν να επιβαρύνουν τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας.

Παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν καταγράψει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζοντας ιδιαίτερα ισχυρούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και θετικά αποτελέσματα στα ευρωπαϊκά stress tests, εξακολουθούν να διατηρούν υψηλότερες κεφαλαιακές υποχρεώσεις σε σχέση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες. Οι αυξημένες απαιτήσεις αποτελούν σε μεγάλο βαθμό «κληρονομιά» της πολυετούς κρίσης και των υψηλών ποσοστών μη εξυπηρετούμενων δανείων που χαρακτήριζαν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα την προηγούμενη δεκαετία. Ωστόσο, μετά τη σημαντική εξυγίανση των ισολογισμών και τη δραστική μείωση των κόκκινων δανείων, αρκετοί από τους κινδύνους που δικαιολογούσαν αυτές τις αυστηρές δεσμεύσεις δεν υφίστανται πλέον.

Στο πλαίσιο αυτό, οι Βρυξέλλες εξετάζουν μια σημαντική αλλαγή που αφορά τον δείκτη μόχλευσης των τραπεζών. Συγκεκριμένα, συζητείται η κατάργηση της δυνατότητας των εποπτικών αρχών να επιβάλλουν πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις μέσω του Πυλώνα 2 για τον συγκεκριμένο δείκτη. Μέχρι σήμερα, οι εποπτικές αρχές μπορούν να απαιτούν επιπλέον κεφάλαια όταν εκτιμούν ότι ένα πιστωτικό ίδρυμα αναλαμβάνει μεγαλύτερο βαθμό κινδύνου σε σχέση με το σύνολο του ενεργητικού του, πέραν των ελάχιστων υποχρεωτικών ορίων.

Η υπό εξέταση μεταρρύθμιση δεν συνεπάγεται την κατάργηση του Πυλώνα 2 στο σύνολό του. Οι εξατομικευμένες κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλονται σε κάθε τράπεζα θα εξακολουθήσουν να ισχύουν και να αποτελούν δεσμευτικό εποπτικό εργαλείο. Εκείνο που επιδιώκεται είναι η εξάλειψη των επικαλύψεων μεταξύ διαφορετικών κανονιστικών απαιτήσεων, οι οποίες οδηγούν σήμερα τις ευρωπαϊκές τράπεζες στην ανάγκη διατήρησης μεγαλύτερων κεφαλαιακών αποθεμάτων από εκείνα που υποχρεούνται να διακρατούν οι βασικοί διεθνείς ανταγωνιστές τους.

Ταυτόχρονα, εξετάζεται η αναθεώρηση του τρόπου εφαρμογής των διεθνών κανόνων της Βασιλείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα, το ευρωπαϊκό πλαίσιο εφαρμόζει τις συγκεκριμένες απαιτήσεις σχεδόν στο σύνολο των τραπεζών, ανεξαρτήτως μεγέθους. Αντίθετα, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ηνωμένο Βασίλειο οι αυστηρότερες διατάξεις αφορούν κυρίως τα μεγαλύτερα και συστημικά πιστωτικά ιδρύματα, γεγονός που δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες λειτουργίας για μεγάλο μέρος του τραπεζικού τους συστήματος.

Ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα έχει και η παράλληλη διαδικασία επανεξέτασης των ειδικών εποπτικών απαιτήσεων που εφαρμόζει ο SSM στις ελληνικές τράπεζες. Οι διοικήσεις των τραπεζών επιδιώκουν να πείσουν τον ευρωπαϊκό επόπτη ότι οι σημερινές κεφαλαιακές δεσμεύσεις δεν αντανακλούν πλέον την πραγματική εικόνα του κλάδου, καθώς βασίζονται σε κινδύνους που έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαλειφθεί. Η προσδοκία είναι ότι οι απαιτήσεις αυτές θα προσαρμοστούν περισσότερο στα σημερινά δεδομένα και στην κεφαλαιακή ισχύ κάθε τράπεζας ξεχωριστά.

Ήδη, κατά την προηγούμενη αξιολόγηση είχαν καταγραφεί οι πρώτες μειώσεις στις απαιτήσεις του Πυλώνα 2. Ο σχετικός δείκτης για την Alpha Bank διαμορφώθηκε στο 2,90% από 3%, για τη Eurobank στο 2,75% από 2,85%, για την Εθνική Τράπεζα στο 2,50% από 2,75%, ενώ για την Τράπεζα Πειραιώς καθορίστηκε στο 2,90%. Αντίστοιχη μείωση σημειώθηκε και για την Τράπεζα Κύπρου, όπου ο δείκτης υποχώρησε στο 2,50% από 2,75%.

Παρά τις πρώτες αυτές βελτιώσεις, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να υπόκεινται σε σχετικά υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις. Μια νέα αναθεώρηση του εποπτικού πλαισίου θα μπορούσε να μειώσει το κόστος διατήρησης αυτών των αποθεμάτων κεφαλαίου και να προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στις τράπεζες για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών, την πραγματοποίηση νέων επενδύσεων, αλλά και την ενίσχυση των αποδόσεων προς τους μετόχους. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι τα δεσμευμένα κεφάλαια θα απελευθερωθούν άμεσα ή στο σύνολό τους, καθώς κάθε απόφαση θα εξαρτηθεί από την αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης κάθε ιδρύματος.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η πρόκληση παραμένει η εξεύρεση της κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ της διατήρησης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της ανάγκης οι τράπεζες να διαθέτουν περισσότερους πόρους για τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Ενώ οι τράπεζες στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο λειτουργούν με μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τις κεφαλαιακές τους δεσμεύσεις, οι ευρωπαϊκοί όμιλοι χαρακτηρίζονται από υψηλότερα επίπεδα ασφάλειας αλλά και από σημαντικά αυστηρότερο κανονιστικό πλαίσιο.

Για τις ελληνικές τράπεζες, το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί τόσο από τις αποφάσεις που θα ληφθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της Βασιλείας όσο και από τις μελλοντικές αποφάσεις του SSM αναφορικά με τις εξατομικευμένες εποπτικές απαιτήσεις που ισχύουν για κάθε πιστωτικό ίδρυμα. Μια ευνοϊκή εξέλιξη και στα δύο αυτά μέτωπα θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την ικανότητα των ελληνικών τραπεζών να στηρίξουν την ανάπτυξη της οικονομίας τα επόμενα χρόνια.