Η ανακοίνωση έγινε μετά από συνάντηση μίας ώρας ανάμεσα στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στο πολυτελές γκολφ κλαμπ του Τραμπ στη δυτική Σκωτία. Η συνάντηση αποτέλεσε την καθοριστική ώθηση για την επίτευξη της συμφωνίας, η οποία είχε καθυστερήσει μήνες λόγω δύσκολων διαπραγματεύσεων.
«Πιστεύω ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη συμφωνία που έχει συναφθεί ποτέ», δήλωσε ο Τραμπ σε δημοσιογράφους, τονίζοντας τη δέσμευση της ΕΕ να επενδύσει περίπου 600 δισ. δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες και να αυξήσει σημαντικά τις εισαγωγές αμερικανικής ενέργειας και στρατιωτικού εξοπλισμού.
Ο Τραμπ παρουσίασε τη συμφωνία, η οποία ξεπερνά το πρόσφατο πακέτο 550 δισ. δολαρίων με την Ιαπωνία, ως σημαντική πρόοδο στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ευρώπη, οι οποίες, όπως ισχυρίστηκε, είχαν επηρεαστεί αρνητικά από την «άδικη μεταχείριση» των Αμερικανών εξαγωγέων στο παρελθόν.
Η φον ντερ Λάιεν, αποκαλώντας τον Τραμπ «σκληρό διαπραγματευτή», σημείωσε ότι ο δασμός του 15% εφαρμόζεται οριζόντια σε πολλά προϊόντα και χαρακτήρισε τη συμφωνία ως «το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα». Όπως είπε, «έχουμε μπροστά μας μια συμφωνία μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών στον κόσμο – και αυτό είναι κάτι μεγάλο. Θα φέρει σταθερότητα και προβλεψιμότητα».
Παρότι η συμφωνία παρουσιάζεται ως ανάσα, μένουν σημαντικές εκκρεμότητες. Όπως και στη συμφωνία με την Ιαπωνία, δεν υπάρχουν ξεκάθαρες απαντήσεις για ορισμένα ευαίσθητα θέματα, όπως οι δασμοί στα αλκοολούχα ποτά, κάτι που προκαλεί εντάσεις και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Η συμφωνία προβλέπει ότι η ΕΕ θα προχωρήσει σε αγορές 750 δισ. δολαρίων αμερικανικής ενέργειας τα επόμενα χρόνια, καθώς και σε πολλαπλές προμήθειες στρατιωτικού εξοπλισμού, ενισχύοντας τις προοπτικές για εταιρείες όπως η Airbus, η Mercedes-Benz και η Novo Nordisk, εφόσον οι λεπτομέρειες δεν αλλάξουν.
Ο Γερμανός Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς χαιρέτισε τη συμφωνία, λέγοντας ότι απέτρεψε μια σύγκρουση που θα είχε βαρύ αντίκτυπο στην εξαγωγική οικονομία της Γερμανίας, ειδικά στον αυτοκινητοβιομηχανικό τομέα. Οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες VW, Mercedes και BMW είχαν πληγεί ιδιαίτερα από τον 27,5% δασμό των ΗΠΑ στις εισαγωγές αυτοκινήτων και ανταλλακτικών.
Ωστόσο, η βάση δασμού στο 15% εξακολουθεί να θεωρείται υψηλή από πολλούς στην Ευρώπη, καθώς οι αρχικές προσδοκίες ήταν για μια συμφωνία μηδενικών δασμών.
Ο Μπέρντ Λάνγκε, επικεφαλής της επιτροπής εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τόνισε ότι οι δασμοί είναι ασύμμετροι και η μαζική επένδυση της ΕΕ στις ΗΠΑ μπορεί να πλήξει τις δικές της οικονομίες. Επιπλέον, ο Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα να αυξήσει ξανά τους δασμούς αν θεωρήσει ότι οι ευρωπαϊκές χώρες δεν τηρούν τις δεσμεύσεις τους.
Μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας, το ευρώ ενισχύθηκε κατά περίπου 0,2% έναντι του δολαρίου, της στερλίνας και του γεν.
Παραμένουν εκκρεμότητες
Ο Κάρστεν Νίκελ, υποδιευθυντής ερευνών στο Teneo, χαρακτήρισε τη συμφωνία μια «πολιτικού χαρακτήρα προκαταρκτική συμφωνία» που δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια ολοκληρωμένη εμπορική συμφωνία, τονίζοντας ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες στο μέλλον – κάτι που συνέβη και με την Ιαπωνία.
Αν και οι δασμοί αφορούν τα περισσότερα προϊόντα – όπως ημιαγωγούς και φαρμακευτικά σκευάσματα – υπάρχουν εξαιρέσεις. Οι ΗΠΑ διατηρούν 50% δασμούς σε χάλυβα και αλουμίνιο, ενώ η φον ντερ Λάιεν πρότεινε να αντικατασταθούν από ποσοστώσεις. Παράλληλα, και οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν τις συνομιλίες.
Δεν θα υπάρξουν δασμοί για:
αεροσκάφη και ανταλλακτικά,
ορισμένες χημικές ουσίες και γενόσημα φάρμακα,
εξοπλισμό ημιαγωγών,
επιλεγμένα αγροτικά προϊόντα,
φυσικούς πόρους και κρίσιμες πρώτες ύλες.
Η φον ντερ Λάιεν δήλωσε ότι θα εργαστούν για να προσθέσουν περισσότερα προϊόντα στη λίστα των εξαιρέσεων, ενώ οι δασμοί για ποτά παραμένουν υπό διαπραγμάτευση.
Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι οι δασμοί στα εμπορικά αεροσκάφη παραμένουν στο μηδέν προς το παρόν, αλλά το μέλλον θα αποφασιστεί μετά από σχετική μελέτη των ΗΠΑ. Υπάρχει, όπως είπε, «λογική πιθανότητα» να συμφωνηθεί τελικά δασμός χαμηλότερος του 15%.
Η συμφωνία αυτή παρουσιάζεται ως νίκη για τον Τραμπ, ο οποίος επιδιώκει να αναδιαμορφώσει το παγκόσμιο εμπόριο και να περιορίσει τα χρόνια ελλείμματα των ΗΠΑ. Έχει ήδη επιτύχει παρόμοιες συμφωνίες με το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιαπωνία, την Ινδονησία και το Βιετνάμ, αν και δεν έχει υλοποιηθεί ακόμα ο στόχος των «90 συμφωνιών σε 90 ημέρες».
Οι ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι η ΕΕ συμφώνησε να χαλαρώσει μη δασμολογικά εμπόδια σε αυτοκίνητα και αγροτικά προϊόντα, αν και οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δηλώνουν ότι οι λεπτομέρειες ακόμα συζητούνται.
«Να θυμάστε ότι η οικονομία τους είναι στα 20 τρισεκατομμύρια δολάρια… είναι πέντε φορές μεγαλύτερη από της Ιαπωνίας», είπε Αμερικανός αξιωματούχος, τονίζοντας τις τεράστιες ευκαιρίες για τους Αμερικανούς αγρότες, αλιείς και βιομηχανίες.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα κατηγορήσει την ΕΕ ότι δημιουργήθηκε για να εκμεταλλεύεται τις ΗΠΑ εμπορικά, και εξέφρασε την οργή του για το εμπορικό έλλειμμα αγαθών ύψους 235 δισ. δολαρίων το 2024, όπως καταγράφεται στα στοιχεία της αμερικανικής στατιστικής υπηρεσίας.
Από την πλευρά της, η ΕΕ υπενθυμίζει ότι οι ΗΠΑ διατηρούν πλεόνασμα στις υπηρεσίες, γεγονός που εξισορροπεί εν μέρει την κατάσταση.
Στις 12 Ιουλίου, ο Τραμπ είχε απειλήσει με 30% δασμούς στις ευρωπαϊκές εισαγωγές από 1η Αυγούστου, εάν δεν υπήρχε συμφωνία. Η ΕΕ είχε ετοιμάσει αντίποινα ύψους 93 δισ. ευρώ, προκειμένου να αντιδράσει σε ενδεχόμενη αμερικανική επίθεση.































