Οξύνεται η μάχη των πόρων για το επόμενο ΕΣΠΑ – Το Βερολίνο ζητά περικοπές 400 δισ. ευρώ

Η διαμόρφωση του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (ΠΔΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2028-2034 αναμένεται να αποτελέσει μία από τις δυσκολότερες και πλέον σύνθετες διαπραγματεύσεις των τελευταίων ετών. Οι έντονες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών ως προς το ύψος του κοινοτικού προϋπολογισμού και την κατανομή των διαθέσιμων πόρων δημιουργούν ένα ιδιαίτερα περίπλοκο σκηνικό, το οποίο πολλοί παρομοιάζουν με «τετραγωνισμό του κύκλου». Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι οικονομικά ισχυρές χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, οι οποίες αποτελούν τους βασικούς χρηματοδότες του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και επιδιώκουν τη συγκράτηση των δαπανών. Από την άλλη, δεκαέξι κράτη-μέλη που έχουν συγκροτήσει την ομάδα των «Φίλων της Συνοχής» ζητούν τη διατήρηση ή ακόμη και την αύξηση των κονδυλίων που κατευθύνονται στην πολιτική συνοχής, υποστηρίζοντας ότι αποτελούν βασικό εργαλείο για τη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη παρουσιάσει από το 2025 την πρότασή της για τον νέο επταετή προϋπολογισμό, ο οποίος προβλέπει συνολικές δαπάνες ύψους περίπου 2 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Το ποσό αυτό είναι αυξημένο κατά περίπου 700 δισεκατομμύρια ευρώ σε σύγκριση με τον ισχύοντα πολυετή προϋπολογισμό της περιόδου 2021-2027, ο οποίος ανέρχεται περίπου στα 1,3 τρισεκατομμύρια ευρώ. Η αύξηση αυτή αντανακλά τις νέες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως η πράσινη μετάβαση, η ψηφιακή αναβάθμιση, η ενίσχυση της άμυνας, η ενεργειακή ασφάλεια, η αντιμετώπιση των γεωπολιτικών κρίσεων και η αποπληρωμή του κοινού δανεισμού που πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο της πανδημίας.

Ωστόσο, η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συναντά ήδη ισχυρές αντιδράσεις από ορισμένα κράτη-μέλη και κυρίως από τη Γερμανία. Σύμφωνα με πληροφορίες, το Βερολίνο, αντιμετωπίζοντας σημαντικές δημοσιονομικές πιέσεις στο εσωτερικό του, προετοιμάζεται να ζητήσει επίσημα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημαντική μείωση του συνολικού προϋπολογισμού. Συγκεκριμένα, η γερμανική πλευρά επιδιώκει περικοπή ύψους περίπου 400 δισεκατομμυρίων ευρώ, γεγονός που θα περιόριζε το συνολικό ύψος του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου στα περίπου 1,6 τρισεκατομμύρια ευρώ.

Παράλληλα, η Γερμανία επιθυμεί να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις και να ληφθούν οι οριστικές αποφάσεις μέσα στο 2026, ώστε να υπάρχει επαρκής χρόνος για την προετοιμασία των κρατών-μελών και των ευρωπαϊκών θεσμών πριν από την έναρξη της νέας προγραμματικής περιόδου το 2028. Ο στόχος αυτός αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το 2027 προγραμματίζονται σημαντικές εθνικές εκλογές σε αρκετές μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ιταλία και η Πολωνία. Η διεξαγωγή εκλογικών αναμετρήσεων στις συγκεκριμένες χώρες ενδέχεται να δυσχεράνει περαιτέρω τις διαπραγματεύσεις ή ακόμη και να οδηγήσει σε καθυστερήσεις, εφόσον υπάρξουν πολιτικές αλλαγές στις κυβερνήσεις τους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η Γαλλία, η Ιταλία και η Πολωνία συγκαταλέγονται στην ομάδα των «Φίλων της Συνοχής», μαζί με ακόμη δεκατρείς χώρες, οι οποίες υποστηρίζουν ότι τα κονδύλια που προορίζονται για την πολιτική συνοχής δεν θα πρέπει να μειωθούν. Σύμφωνα με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα σχετικά κονδύλια ανέρχονται περίπου στα 856 δισεκατομμύρια ευρώ. Οι χώρες αυτές υποστηρίζουν ότι τα χρήματα της πολιτικής συνοχής αποτελούν βασικό εργαλείο για την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης μεταξύ των κρατών-μελών, συμβάλλοντας στη χρηματοδότηση έργων υποδομών, επενδύσεων, κοινωνικών προγραμμάτων και δράσεων περιφερειακής ανάπτυξης. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι πρόκειται για μία από τις πιο ορατές και άμεσα αντιληπτές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους πολίτες, καθώς μέσω αυτών των πόρων υλοποιούνται έργα που βελτιώνουν την καθημερινότητα σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.

Από την άλλη πλευρά, η Γερμανία υπερασπίζεται τη θέση της επισημαίνοντας ότι ακόμη και μετά από μια ενδεχόμενη περικοπή ύψους 400 δισεκατομμυρίων ευρώ, ο νέος κοινοτικός προϋπολογισμός θα εξακολουθούσε να είναι κατά περίπου 27% μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το Βερολίνο, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα οδηγηθεί σε περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, καθώς οι διαθέσιμοι πόροι θα παραμείνουν σημαντικά αυξημένοι σε σχέση με το παρελθόν.

Οι διαπραγματεύσεις αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολες, καθώς οι καθαρές δότριες χώρες εμφανίζονται αποφασισμένες να περιορίσουν την αύξηση των κοινοτικών δαπανών, επικαλούμενες τις δημοσιονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν και την ανάγκη μεγαλύτερης δημοσιονομικής πειθαρχίας. Αντίθετα, οι δεκαέξι χώρες της ομάδας των «Φίλων της Συνοχής» ζητούν όχι μόνο τη διατήρηση των πόρων για την πολιτική συνοχής, αλλά και τη διασφάλιση ότι οι άμεσες αγροτικές ενισχύσεις και οι πόροι της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής θα παραμείνουν στα επίπεδα που προβλέπει η αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Για την Ελλάδα, η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς από το ύψος του τελικού προϋπολογισμού θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό το ύψος των ευρωπαϊκών πόρων που θα εισρεύσουν στη χώρα την επόμενη επταετία. Με βάση την πρόταση της Επιτροπής, η Ελλάδα θα μπορούσε να λάβει περίπου 26 δισεκατομμύρια ευρώ μέσω της πολιτικής συνοχής και επιπλέον περίπου 20 δισεκατομμύρια ευρώ μέσω της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, ποσά που θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά για τη χρηματοδότηση επενδύσεων, έργων υποδομής, αγροτικής ανάπτυξης και περιφερειακής σύγκλισης.

Παρά το γεγονός ότι οι δεκαέξι χώρες αποτελούν την πλειοψηφία των κρατών που ωφελούνται περισσότερο από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, η διαπραγματευτική τους ισχύς δεν είναι απεριόριστη. Οι αποφάσεις για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο απαιτούν ομοφωνία μεταξύ όλων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό σημαίνει ότι κάθε χώρα διαθέτει ουσιαστικά δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο), γεγονός που επιτρέπει τόσο στις καθαρές λήπτριες όσο και στις καθαρές δότριες χώρες να εμποδίσουν την επίτευξη συμφωνίας, εφόσον θεωρούν ότι δεν εξυπηρετούνται τα εθνικά τους συμφέροντα. Ως αποτέλεσμα, δεν αποκλείεται οι διαπραγματεύσεις να παραταθούν σημαντικά ή ακόμη και να οδηγηθούν σε προσωρινό αδιέξοδο.

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφορά την εξυπηρέτηση του κοινού δανεισμού που πραγματοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή θα πρέπει τα επόμενα χρόνια να αποπληρώσει ομόλογα ύψους περίπου 357 δισεκατομμυρίων ευρώ, τα οποία είχαν εκδοθεί για τη χρηματοδότηση των επιχορηγήσεων προς τα κράτη-μέλη. Παράλληλα, υπάρχουν και περίπου 291 δισεκατομμύρια ευρώ που αφορούν τα δάνεια του ίδιου μηχανισμού. Για τα τελευταία υπάρχει η δυνατότητα σταδιακής αποπληρωμής από τα ίδια τα κράτη-μέλη που τα έλαβαν, όμως η αποπληρωμή των επιχορηγήσεων δημιουργεί ένα πολύ πιο σύνθετο πρόβλημα.

Η βασική δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν διαθέτει μέχρι σήμερα επαρκείς ίδιους πόρους για να χρηματοδοτήσει την αποπληρωμή αυτού του κοινού χρέους. Για τον λόγο αυτό, οι χώρες της ομάδας των «Φίλων της Συνοχής» υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα αναχρηματοδότησης του υφιστάμενου χρέους μέσω της έκδοσης νέου κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού, δηλαδή νέων ευρωομολόγων. Αντίθετα, οι καθαρές δότριες χώρες απορρίπτουν κατηγορηματικά μια τέτοια προοπτική, θεωρώντας ότι η έκδοση νέου κοινού χρέους θα αύξανε υπερβολικά τις κοινές οικονομικές υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα δημιουργούσε ένα ανεπιθύμητο προηγούμενο για το μέλλον.

Υπό αυτές τις συνθήκες, γίνεται σαφές ότι οι διαπραγματεύσεις για τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό αναμένεται να εξελιχθούν σε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές και οικονομικές αντιπαραθέσεις των επόμενων ετών. Οι διαφορετικές προτεραιότητες των κρατών-μελών, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί, οι νέες γεωπολιτικές προκλήσεις και η ανάγκη εξυπηρέτησης του κοινού ευρωπαϊκού χρέους δημιουργούν ένα εξαιρετικά περίπλοκο περιβάλλον. Εκτιμάται ότι μετά την ολοκλήρωση της θερινής περιόδου και ειδικότερα μετά τον Αύγουστο, οι διαβουλεύσεις θα ενταθούν σημαντικά, ενώ το ζήτημα αναμένεται να κυριαρχήσει στην ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα, καθώς οι τελικές αποφάσεις θα επηρεάσουν καθοριστικά τόσο τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και τις αναπτυξιακές δυνατότητες των κρατών-μελών για ολόκληρη την επόμενη επταετία.