Ρωσία: Τα έσοδα από τους φόρους επί του πετρελαίου δεν κάλυψαν τον προϋπολογιστικό στόχο τον Ιούλιο

Η μέση τιμή του ρωσικού πετρελαίου, εκφρασμένη σε ρούβλια και χρησιμοποιούμενη ως βάση για τον υπολογισμό των φορολογικών εσόδων του ρωσικού κράτους, διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια του Ιουλίου περίπου 19% χαμηλότερα σε σχέση με το επίπεδο που είχε ενσωματωθεί στις παραδοχές του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά της χώρας, τα οποία ήδη δοκιμάζονται από τη σημαντική αύξηση των κρατικών δαπανών για στρατιωτικούς σκοπούς. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται σε υπολογισμούς που δημοσιοποίησε το Reuters τη Δευτέρα.

Παράλληλα, στοιχεία που προέρχονται από την επίσημη κυβερνητική διαδικτυακή πύλη για τον προϋπολογισμό υποδηλώνουν ότι τόσο οι συνολικές ομοσπονδιακές δαπάνες όσο και το δημοσιονομικό έλλειμμα ενδέχεται να υπερβούν τις προβλέψεις που είχαν τεθεί για το οικονομικό έτος 2026. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η απόκλιση θα μπορούσε να ξεπεράσει το ποσό του 1 τρισ. ρουβλίων, δηλαδή περίπου 12,85 δισ. δολαρίων, γεγονός που αυξάνει τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας.

Η Ρωσία έχει ενισχύσει αισθητά τις αμυντικές της δαπάνες τα τελευταία χρόνια, καθώς επιδιώκει να καλύψει το αυξημένο κόστος που συνεπάγεται η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία. Η διεύρυνση των στρατιωτικών προϋπολογισμών απορροφά σημαντικό μέρος των κρατικών πόρων, καθιστώντας τα δημόσια οικονομικά ακόμη πιο ευάλωτα σε ενδεχόμενες μειώσεις των εσόδων από τις εξαγωγές ενέργειας.

Οι αναλύσεις του Reuters δείχνουν ότι η μέση φορολογική τιμή του ρωσικού πετρελαίου κατά το διάστημα από την 1η έως και την 24η Ιουλίου ανήλθε στα 4.406 ρούβλια ανά βαρέλι. Το επίπεδο αυτό είναι κατά 1.034 ρούβλια χαμηλότερο από την τιμή των 5.440 ρουβλίων ανά βαρέλι, η οποία είχε χρησιμοποιηθεί ως βασική παραδοχή κατά την κατάρτιση του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού για το 2026. Η σημαντική αυτή απόκλιση περιορίζει τα αναμενόμενα φορολογικά έσοδα από τον ενεργειακό τομέα, ο οποίος εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή χρηματοδότησης για το ρωσικό κράτος.

Κατά τη σύνταξη του προϋπολογισμού, η ρωσική κυβέρνηση είχε βασιστεί στην εκτίμηση ότι η μέση τιμή του εγχώριου πετρελαίου θα ανερχόταν στα 59 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ η συναλλαγματική ισοτιμία θα διαμορφωνόταν στα 92,2 ρούβλια ανά δολάριο. Με βάση αυτές τις παραδοχές, η τιμή αναφοράς για τους δημοσιονομικούς υπολογισμούς είχε προσδιοριστεί στα 5.440 ρούβλια ανά βαρέλι. Ωστόσο, η πραγματική εξέλιξη της αγοράς αποδείχθηκε λιγότερο ευνοϊκή, οδηγώντας σε χαμηλότερα από τα αναμενόμενα έσοδα.

Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς αγορές πετρελαίου χαρακτηρίζονται από αυξημένη μεταβλητότητα, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να επηρεάζουν την προσφορά και τη ζήτηση. Οι συνεχείς εντάσεις στην περιοχή έχουν προκαλέσει έντονες διακυμάνσεις στις τιμές του αργού, δημιουργώντας αβεβαιότητα τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τις χώρες που εξαρτώνται δημοσιονομικά από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων.

Ειδικότερα, τη Δευτέρα οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου σημείωσαν πτώση της τάξης του 7%, αγγίζοντας το χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας εβδομάδας. Η υποχώρηση αυτή ακολούθησε την παύση των στρατιωτικών επιθέσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, ύστερα από δύο εβδομάδες έντονων συγκρούσεων. Η αποκλιμάκωση της έντασης ενίσχυσε τις προσδοκίες των αγορών ότι θα μπορούσε να υπάρξει διπλωματική διευθέτηση της κρίσης, γεγονός που θα συνέβαλλε στην αποκατάσταση της ομαλής ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών του Ορμούζ, μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πετρελαίου παγκοσμίως.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, η τιμή του πετρελαίου Brent είχε εκτιναχθεί έως και τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή είχε προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις θαλάσσιες μεταφορές ενέργειας. Οι δυσκολίες στη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, σε συνδυασμό με την επέκταση της κρίσης στην Ερυθρά Θάλασσα, επηρέασαν σημαντικά τις εξαγωγές της Σαουδικής Αραβίας προς τις ασιατικές αγορές μέσω των Στενών Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, αυξάνοντας τις ανησυχίες για πιθανές διαταραχές στην παγκόσμια προσφορά πετρελαίου και ενισχύοντας τη μεταβλητότητα στις διεθνείς ενεργειακές αγορές.