Αύξηση 4% της βιομηχανικής παραγωγής τον Μάιο – Στο 74% του μέσου όρου της ΕΕ η παραγωγικότητα

Η ελληνική βιομηχανία συνέχισε να παρουσιάζει θετικές επιδόσεις κατά τον Μάιο του 2026, επιδεικνύοντας σαφώς ισχυρότερη δυναμική σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το μηνιαίο δελτίο εξελίξεων στη Βιομηχανία που δημοσίευσε το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για τον Ιούλιο του 2026, η βιομηχανική παραγωγή στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 4% σε ετήσια βάση, την ώρα που στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφηκε οριακή μείωση της τάξης του 0,3%. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η ελληνική βιομηχανία εξακολουθεί να εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, παρά τις προκλήσεις που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν το διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Σημαντική συμβολή στη συνολική άνοδο της βιομηχανικής δραστηριότητας είχε ο τομέας της μεταποίησης, όπου η παραγωγή αυξήθηκε κατά 3,7% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους. Παράλληλα, οι εξαγωγικές επιδόσεις του βιομηχανικού τομέα συνέχισαν να ενισχύονται, καθώς τον Απρίλιο οι εξαγωγές σημείωσαν ετήσια αύξηση 5,6%, γεγονός που αντανακλά τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας πολλών ελληνικών βιομηχανικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές.

Ωστόσο, παρά τη θετική πορεία της παραγωγής και των εξαγωγών, οι συνολικές εξωτερικές συναλλαγές εξακολουθούν να παρουσιάζουν αδυναμίες. Το εμπορικό έλλειμμα της χώρας διευρύνθηκε, φθάνοντας τα 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ, έναντι 3,2 δισεκατομμυρίων ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η αύξηση των εισαγωγών εξακολουθεί να υπερβαίνει την άνοδο των εξαγωγών, διατηρώντας τις πιέσεις στο εμπορικό ισοζύγιο.

Παράλληλα, οι δείκτες που αποτυπώνουν τις επιχειρηματικές προσδοκίες στη βιομηχανία κατέγραψαν μικρή επιδείνωση τον Ιούνιο. Συγκεκριμένα, ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στις 109 μονάδες, έναντι 113,9 μονάδων τον Μάιο. Παρά τη μηνιαία υποχώρηση, οι προσδοκίες των επιχειρήσεων εξακολουθούν να βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με τον Ιούνιο του προηγούμενου έτους, όταν ο δείκτης είχε διαμορφωθεί στις 107,6 μονάδες, γεγονός που υποδηλώνει ότι το επιχειρηματικό κλίμα παραμένει συνολικά θετικό.

Κεντρικό αντικείμενο της ανάλυσης του ΙΟΒΕ αποτελεί η παραγωγικότητα της εργασίας στον βιομηχανικό τομέα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιδρύματος, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο ανήλθε το 2025 στις 56,6 χιλιάδες ευρώ σε σταθερές τιμές του 2020. Η επίδοση αυτή αντιστοιχεί περίπου στο 74% του μέσου επιπέδου που καταγράφεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που δείχνει ότι εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο περαιτέρω σύγκλισης με τις περισσότερο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η ελληνική βιομηχανία είχε σημειώσει σημαντική πρόοδο ως προς τη σύγκλιση της παραγωγικότητας με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο πριν από την οικονομική κρίση. Ωστόσο, η περίοδος της δημοσιονομικής κρίσης και της ύφεσης ανέκοψε τη συγκεκριμένη πορεία, επιβραδύνοντας την αύξηση της παραγωγικότητας. Τα τελευταία χρόνια, όμως, παρατηρείται σταδιακή ανάκαμψη, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο παραγωγικός ιστός της χώρας ανακτά σταδιακά μέρος της ανταγωνιστικότητάς του.

Παράλληλα, η βιομηχανία εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πλέον παραγωγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας. Η παραγωγικότητα της εργασίας στον συγκεκριμένο κλάδο υπερβαίνει σημαντικά εκείνη που καταγράφεται στους περισσότερους υπόλοιπους τομείς οικονομικής δραστηριότητας και είναι περίπου 60% υψηλότερη από τον μέσο όρο του συνόλου της ελληνικής οικονομίας. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της βιομηχανίας στην ενίσχυση της συνολικής παραγωγικότητας της χώρας.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ελληνική βιομηχανία καταλαμβάνει τη 13η θέση ως προς την παραγωγικότητα της εργασίας όταν οι υπολογισμοί πραγματοποιούνται σε τρέχουσες τιμές. Η παραγωγικότητα αντιστοιχεί περίπου στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αντίθετα, όταν εξετάζεται το σύνολο της ελληνικής οικονομίας, η χώρα κατατάσσεται αρκετά χαμηλότερα, στην 25η θέση μεταξύ των κρατών-μελών, με παραγωγικότητα που αντιστοιχεί μόλις στο 53% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2025.

Αναφορικά με τους επιμέρους κλάδους της βιομηχανίας, οι υψηλότερες επιδόσεις ως προς την παραγωγικότητα της εργασίας καταγράφονται στον τομέα της διύλισης πετρελαίου, όπου η παραγωγικότητα ανέρχεται στις 327 χιλιάδες ευρώ ανά εργαζόμενο. Ακολουθεί ο κλάδος της παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, με περίπου 217 χιλιάδες ευρώ ανά εργαζόμενο, ενώ ιδιαίτερα υψηλή παραγωγικότητα παρουσιάζει και η βιομηχανία βασικών μετάλλων, στην οποία η αντίστοιχη επίδοση διαμορφώνεται στις 150 χιλιάδες ευρώ ανά εργαζόμενο, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024.

Το ΙΟΒΕ υπογραμμίζει επίσης ότι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ της παραγωγικότητας της εργασίας και του επιπέδου των αμοιβών των εργαζομένων. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, οι κλάδοι που εμφανίζουν υψηλότερη παραγωγικότητα τείνουν να προσφέρουν και υψηλότερες μέσες αποδοχές, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία της ενίσχυσης της παραγωγικότητας τόσο για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων όσο και για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.

Στο ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον, οι δείκτες οικονομικού κλίματος παρουσίασαν νέα βελτίωση κατά τον Ιούνιο. Συγκεκριμένα, ο σχετικός δείκτης αυξήθηκε στις 108,3 μονάδες από 107,7 μονάδες τον προηγούμενο μήνα, γεγονός που αντανακλά τη διατήρηση θετικών προσδοκιών για την πορεία της οικονομίας. Αντίθετα, η καταναλωτική εμπιστοσύνη παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη, υποδηλώνοντας ότι τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να διατηρούν επιφυλακτική στάση απέναντι στις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις.

Θετική εικόνα παρουσιάζει και η αγορά εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το ΙΟΒΕ, το ποσοστό ανεργίας περιορίστηκε στο 7,1% τον Μάιο του 2026, έναντι 8% κατά τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους. Παράλληλα, ο αριθμός των ανέργων μειώθηκε κατά 10,3% σε ετήσια βάση, εξέλιξη που αντανακλά τη συνεχιζόμενη βελτίωση των συνθηκών απασχόλησης και τη σταδιακή ενίσχυση της ελληνικής αγοράς εργασίας.