Brexit: Απειλή ή Ευκαιρία για τις Ελληνικές Εξαγωγές;

Brexit: Απειλή ή Ευκαιρία για τις Ελληνικές Εξαγωγές;

Τους τελευταίους μήνες, οι εξελίξεις του Βρετανικού Κοινοβουλίου παρακολουθούνται στενά από τον παγκόσμιο επιχειρηματικό πληθυσμό. Οι συζητήσεις περί Brexit κορυφώνονται, χωρίς να μπορεί κανείς να γνωρίζει την έκβασή τους. Θα έχουμε, εν τέλει, ένα Soft ή ένα Hard Brexit;

Οπως προκύπτει από τις ανακοινώσεις εκατέρωθεν, το δεύτερο σενάριο θα σήμαινε πως οι εμπορικές σχέσεις της Ευρώπης και του Ην. Βασιλείου δεν θα διέπονται από κάποια συμφωνία. Αυτό θα οδηγήσει στην επιβολή δασμών και στην αύξηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών, όπως την υποχρεωτική έκδοση αριθμού EORI, δήλωσης ή ακόμη και πιθανής άδειας εξαγωγών, μεταξύ άλλων. Γίνεται εύκολα αντιληπτό πως τα παραπάνω θα αυξήσουν δραματικά το εξαγωγικό κόστος. Σε συνδυασμό και με την αύξηση του απαιτούμενου διαδικαστικού χρόνου, αναμένεται σημαντική μείωση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών εξαγόμενων προϊόντων στην βρετανική αγορά.

Σε αυτό το σημείο βέβαια, είναι σημαντικό να τονισθεί πως το Ην. Βασίλειο έχει μέχρι στιγμής προϋπογράψει διμερείς εμπορικές συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου μόνο με 6 αγορές (Ισραήλ, Παλαιστίνη, Ελβετία, Νήσοι Φερόε, Χιλής και των κρατών της ένωσης Ανατολικής και Νότιας Αφρικής, γνωστή και ως ESA), με την κυβέρνηση των Συντηρητικών να παρουσιάζει διάθεση να συμφωνήσει και με περισσότερες, “όσο πιο μακριά γίνεται”. Αυτή η τωρινή απουσία συνθηκών θα επηρεάσει ολοκληρωτικά τις τιμές των εισαγόμενων αγαθών, μειώνοντας έτσι την αγοραστική δύναμη του μέσου Βρετανού.

Επομένως, η Ελλάδα, ως κράτος μέλος της ένωσης, θα επηρεαστεί και αυτή σε μεγάλο βαθμό από ένα Hard Brexit. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ (2016), η βρετανική αγορά αντιστοιχεί στο 4.2% των ελληνικών εξαγωγών, αξίας 2.06 δις €, καταλαμβάνοντας την 7η θέση στις σημαντικότερους εξαγωγικούς προορισμούς της χώρας. Την δεκάδα των κυριότερων ελληνικών εξαγωγών προς το Ην. Βασίλειο απαρτίζουν, με φθίνουσα σειρά, τα παρακάτω είδη: φαρμακευτικά (13,4%), πρωτογενή και παραγόμενα αγροτικά προϊόντα (10,2%), ηλεκτρικά μηχανήματα/εξοπλισμός (10,1%), ορυκτά καύσιμα (9,0%), γαλακτοκομικά (8,6%), χαλκό (3.7%) και αλουμίνιο (3.1%) (ως πρώτη ύλη ή σε παράγωγά του), διάφορα παρασκευάσματα διατροφής (3.1%), ενδύματα & συμπληρώματα ενδύματος (2.8%) και πλαστικές ύλες & προϊόντα (2.7%).

Στον αντίποδα ενός SoftBrexit, η κατάσταση για την Ελλάδα γίνεται περισσότερο ελπιδοφόρα. Εάν η Μ. Βρετανία επιλέξει να παραμείνει στενά συνδεδεμένη με την Ε.Ε, θα διατηρήσει την θέση της στην ενιαία αγορά και στην τελωνειακή ευρωπαϊκή ένωση, στα πρότυπα της Νορβηγίας και της Τουρκίας, αντίστοιχα. Έτσι θα συμβαδίσει με την ευρωπαϊκή εμπορική πολιτική, έχοντας όμως μειωμένη συμμετοχή στον σχεδιασμό της. Παράλληλα, καθ’ αυτόν το τρόπο η χώρα θα χάσει μερικώς το δικαίωμά της να συμφωνεί από μόνη της με τρίτες αγορές. Αυτές οι συνθήκες θα αποδυναμώσουν τη χώρα στο τραπέζι των εμπορικών διαπραγματεύσεων, και θα την αναγκάσουν να διατηρήσει ή ακόμη και να αυξήσει τις εισροές αγαθών από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ένωσης.

Δεδομένων των καταστάσεων, αναλύεται προσεκτικά κάθε ενδεχόμενο. Ένα SoftBrexit θα διατηρήσει τις ισορροπίες, αλλοιώνοντας μετριασμένα τις διμερείς σχέσεις, όμως ένα HardBrexit θα μεταφέρει σε αχαρτογράφητα νερά μια μεγάλη μερίδα επιχειρήσεων της γηραιάς ηπείρου. Για την ώρα, ο επιχειρηματικός κόσμος δεν μπορεί παρά να παρακολουθεί το έργο αυτό σαν θεατής. Όμως, έχει κληθεί να προετοιμαστεί κατάλληλα από τώρα, ανεξαρτήτως αποτελέσματος.