Η Deutsche Bank αναθεωρεί τις εκτιμήσεις της για τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, υπό το βάρος των νέων δεδομένων που διαμορφώνει το ενεργειακό σοκ και οι γεωπολιτικές εξελίξεις. Πριν από την επιδείνωση του ενεργειακού περιβάλλοντος, η γερμανική τράπεζα θεωρούσε πιθανό η ΕΚΤ να διατηρήσει τα βασικά επιτόκια κοντά στο 2% καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026, επίπεδο που θεωρείται περίπου ουδέτερο για την οικονομική δραστηριότητα. Στο πλαίσιο εκείνων των προβλέψεων, οι πρώτες αυξήσεις επιτοκίων αναμένονταν από τα μέσα του 2027, οδηγώντας σταδιακά το κόστος δανεισμού στο 2,75% έως το 2028, καθώς μια σειρά παραγόντων αναμενόταν να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις μεσοπρόθεσμα.
Μεταξύ αυτών των παραγόντων συγκαταλέγονταν οι αυξημένες δημόσιες δαπάνες που απαιτούνται για την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης, η διαρκώς πιο σφιχτή αγορά εργασίας και οι γεωπολιτικές εντάσεις που τροφοδοτούνται από εμπορικούς περιορισμούς και προστατευτικές πολιτικές. Ωστόσο, η ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, οι δευτερογενείς επιδράσεις από τις εμπορικές αντιπαραθέσεις με την Κίνα, καθώς και η ενίσχυση του ευρώ, αποτελούσαν παράγοντες που λειτουργούσαν εξισορροπητικά απέναντι σε ένα πιο επίμονο πληθωριστικό σενάριο.
Οι πρόσφατες εξελίξεις, όμως, οδήγησαν τη Deutsche Bank σε αναθεώρηση της στάσης της. Πλέον εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε συνολική αύξηση επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης έως το καλοκαίρι του 2026, ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιο στο 2,50%. Το επίπεδο αυτό τοποθετείται στο ανώτατο όριο του εύρους που θεωρείται ουδέτερο για την οικονομία και χαρακτηρίζεται από τους αναλυτές ως μια «μετρημένη» μορφή νομισματικής σύσφιξης. Σύμφωνα με την τράπεζα, μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε ένδειξη της προσήλωσης της ΕΚΤ στη σταθερότητα των τιμών, χωρίς ωστόσο να προκαλεί υπερβολική επιβάρυνση στην αναπτυξιακή δυναμική της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η εκτίμηση αυτή συμβαδίζει με τη φιλοσοφία που έχει περιγράψει επανειλημμένα η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, αναφορικά με τον τρόπο αντίδρασης της κεντρικής τράπεζας απέναντι σε πληθωριστικά σοκ. Όπως έχει εξηγήσει, όταν οι επιπτώσεις στον πληθωρισμό είναι περιορισμένες και παροδικές, η ΕΚΤ μπορεί να επιλέξει να μην αντιδράσει άμεσα. Αντίθετα, όταν το σοκ είναι σημαντικό αλλά δεν παρουσιάζει έντονη διάρκεια, η κατάλληλη απάντηση είναι μια ήπια και προσεκτικά σχεδιασμένη αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής. Στην περίπτωση όμως που οι πληθωριστικές πιέσεις είναι τόσο έντονες όσο και παρατεταμένες, τότε απαιτούνται πιο επιθετικές παρεμβάσεις μέσω υψηλότερων επιτοκίων.
Με δεδομένο ότι οι προβλέψεις κάνουν λόγο για κορύφωση του πληθωρισμού έως το 3,7%, καθώς και για συνολική πληθωριστική επίδραση σχεδόν δύο ποσοστιαίων μονάδων κατά την περίοδο 2026-2027, η Deutsche Bank θεωρεί ότι η ΕΚΤ θα κινηθεί τελικά προς τη δεύτερη επιλογή, δηλαδή προς μια ελεγχόμενη και μετριοπαθή σύσφιξη. Η εκτίμηση αυτή διατηρείται ακόμη και στην περίπτωση που η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ αποκατασταθεί σχετικά σύντομα. Στο πλαίσιο αυτό, η τράπεζα προβλέπει δύο αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο, αν και δεν αποκλείει το ενδεχόμενο δύο διαδοχικών κινήσεων ήδη από τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.
Παράλληλα, οι αναλυτές της γερμανικής τράπεζας επισημαίνουν ότι η επιβράδυνση της ζήτησης στην αγορά εργασίας, οι αυστηρότερες χρηματοδοτικές συνθήκες και ο κίνδυνος ελλείψεων στην ενεργειακή τροφοδοσία δημιουργούν σοβαρούς ανασταλτικούς παράγοντες για την οικονομική ανάπτυξη. Ως αποτέλεσμα, θεωρούν απίθανο η ΕΚΤ να προχωρήσει σε πιο επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων πέραν ενός περιορισμένου και ελεγχόμενου κύκλου σύσφιξης.
Σε σύγκριση με τις προηγούμενες προβλέψεις της, η Deutsche Bank θεωρεί ότι η αύξηση των επιτοκίων στο 2,50% θα επισπεύσει τη διαδικασία εξομάλυνσης της νομισματικής πολιτικής. Παράλληλα, διαφοροποιείται από τις προσδοκίες της αγοράς, εκτιμώντας ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν σε αυτό το επίπεδο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αντί να ακολουθήσουν νέα ανοδική ή καθοδική πορεία.
Στις αναθεωρημένες προβλέψεις της η τράπεζα ενσωματώνει επίσης τις μεταβολές που έχουν ήδη συντελεστεί στο δημοσιονομικό περιβάλλον της Ευρωζώνης. Παρότι η αγορά κρατικών ομολόγων κατέγραψε αξιοσημείωτη σταθερότητα κατά το 2025, με σημαντική σύγκλιση τόσο στα περιθώρια αποδόσεων όσο και στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των χωρών-μελών, εξαιρουμένων κυρίως της Γαλλίας και του Βελγίου, οι προκλήσεις παραμένουν έντονες.
Τα δημόσια ελλείμματα και το χρέος εξακολουθούν να βρίσκονται σε επίπεδα υψηλότερα από εκείνα που ίσχυαν πριν από την πανδημία, ενώ οι ανάγκες για πρόσθετες δαπάνες αυξάνονται διαρκώς λόγω των απαιτήσεων που δημιουργούν η αμυντική ενίσχυση και η επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας. Ταυτόχρονα, όσο περισσότερο παρατείνεται το ενεργειακό σοκ, τόσο αυξάνεται και το δημοσιονομικό κόστος αντιμετώπισής του, τόσο μέσω μέτρων στήριξης όσο και μέσω των συνεπειών που έχει στη χαμηλότερη οικονομική ανάπτυξη.
Παρότι τα μέτρα ενεργειακής προστασίας που εφαρμόστηκαν έως σήμερα θεωρούνται σχετικά περιορισμένα και αντιστοιχούν περίπου στο 0,3% του ΑΕΠ ετησίως, σημαντικά χαμηλότερα από τα επίπεδα της ενεργειακής κρίσης του 2022, οι πιέσεις προς τις κυβερνήσεις αυξάνονται. Ορισμένα κράτη-μέλη ήδη ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία στους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ δεν αποκλείεται μια ενδεχόμενη ύφεση να αποτελέσει τον καταλύτη για αλλαγές στο σχετικό πλαίσιο.
Στο βασικό σενάριο της Deutsche Bank, τα Στενά του Ορμούζ επαναλειτουργούν πλήρως έως το τέλος Ιουνίου. Παρ’ όλα αυτά, το ενεργειακό σοκ αναμένεται να επιβαρύνει σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα, μειώνοντας τον ρυθμό ανάπτυξης της Ευρωζώνης για το 2026 από το 1,1% στο 0,5%.
Σε ένα πιο αρνητικό σενάριο, όπου τα Στενά παραμένουν κλειστά έως το τέλος του καλοκαιριού, οι επιπτώσεις θα είναι σαφώς σοβαρότερες. Σε αυτή την περίπτωση, η ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας θα μπορούσε να μηδενιστεί το 2026, δημιουργώντας συνθήκες ουσιαστικής ύφεσης. Παράλληλα, ο πληθωρισμός θα κινηθεί σε υψηλότερα επίπεδα, κοντά στο 3,5%, χωρίς όμως να παραμείνει απαραίτητα ισχυρός και το 2027, καθώς η ασθενέστερη οικονομική δραστηριότητα θα περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Deutsche Bank θεωρεί ότι η χαμηλότερη ανάπτυξη λειτουργεί ως βασικό επιχείρημα υπέρ μιας συγκρατημένης νομισματικής αντίδρασης από την ΕΚΤ, ακόμη και αν ο πληθωρισμός κινηθεί υψηλότερα από τον στόχο. Παρά την αυξημένη αβεβαιότητα που περιβάλλει όλες τις μακροοικονομικές προβλέψεις, η τράπεζα υποστηρίζει ότι η επιλογή μιας «μετρημένης» σύσφιξης παραμένει η καταλληλότερη στρατηγική διαχείρισης κινδύνου.
Μάλιστα, ακόμη και στην περίπτωση που η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ εξομαλυνθεί νωρίτερα από το αναμενόμενο, η πρόβλεψη για ανάπτυξη της τάξης του 0,5% το 2026 δεν αναμένεται να μεταβληθεί ουσιαστικά. Η βασική διαφορά θα αφορά το χρονοδιάγραμμα της ανάκαμψης, η οποία θα μπορούσε να ξεκινήσει ήδη από το τρίτο τρίμηνο του έτους αντί για το τέταρτο. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ενίσχυε σημαντικά τις προοπτικές για το 2027, επιτρέποντας στην ανάπτυξη να επανέλθει στα επίπεδα που αναμένονταν πριν από την έναρξη της κρίσης, δηλαδή κοντά στο 1,3% ή και ελαφρώς υψηλότερα.































