Κίτρινος πυρετός’

Επιμονή Ντ. Τραμπ σε εμπορικό πόλεμο με την Κίνα

«Ο πόλεμος του εμπορίου αρχίζει». Με αυτό τον τίτλο οι New York Times προσεγγίζουν με άρθρο τους στις 30 Μαΐου το μείζον πρόβλημα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής αλλά και της οικονομίας ασφαλώς, πρόβλημα που δεν είναι άλλο από τον πόλεμο δασμών που έχει κηρύξει ο πρόεδρος Τραμπ σε βάρος της Κίνας.

Η πρώτη πράξη παίχτηκε το καλοκαίρι του 2018 όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε μια σειρά από σκληρά σε βάρος της Κίνας μέτρα, κόστους περίπου 34 δισ. δολαρίων.  Θυμίζουμε ότι τα πρώτα μέτρα αφορούν κινεζικά προϊόντα πληροφορικής (μόντεμ, ρούτερ και  άλλες συσκευές μετάδοσης δεδομένων) αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων και πλακέτες κυκλωμάτων αξίας περίπου 14 δισ. δολαρίων. Έπονται αυξήσεις δασμών σε  έπιπλα, φωτιστικά, τμήματα αυτοκινήτων, ηλεκτρικές σκούπες και υλικά οικοδομών.  Ένα χρόνο μετά, ο Τραμπ όχι μόνο δεν έχει κάνει πίσω – όπως κάποιοι ήλπιζαν ερμηνεύοντας κατά αυτό τον τρόπο τη μεγάλη καθυστέρηση στη ‘συγκεκριμενοποίηση’ των μέτρων- αλλά επανέρχεται. Δριμύτερος.

Έχοντας στα χέρια του το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας εδώ και πολλές δεκαετίες, αλλά και την ‘ανοχή’ μεγάλου μέρους της αμερικανικής κοινωνίας ο Τραμπ τραβάει το σκοινί. Την ίδια στιγμή στις ΗΠΑ το Υπουργείο Εμπορίου παρουσιάζει στοιχεία που δείχνουν ότι η βιομηχανική παραγωγή στη χώρα παρουσιάζει μια ελαφρά κάμψη. Αξίζει να σημειώσουμε ότι  κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων της θητείας Τραμπ η εικόνα ήταν σχεδόν ειδυλλιακή: η αμερικανική βιομηχανία δημιούργησε περίπου μισό εκατ. νέες θέσεις εργασίας και η βιομηχανική παραγωγή παρουσίασε συνεχή άνοδο για 19 μήνες. Το ‘σερί’ του Τραμπ έσπασε τον περασμένο Μάρτιο όταν το βαρύ πυροβολικό κι η εμβληματική για την αμερικανική οικονομία General Motors ανακοίνωσε το κλείσιμο ενός εργοστασίου στο Οχάιο και την απώλεια 14.000 θέσεων εργασίας.

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι στις ΗΠΑ υπάρχουν κι άλλες ‘φωνές’ που ερμηνεύουν διαφορετικά την οικονομική συγκυρία και πάντως στοχεύουν στο να ‘κοντύνουν’ τα επιτεύγματα Τραμπ. Πολλοί οικονομολόγοι  αποδίδουν την ανάκαμψη της μεταποίησης σε λόγους που βρίσκονται πέρα κι έξω από τις πολιτικές του Προέδρου. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους The New York Times, η αμερικανική βιομηχανία  παρουσίασε ύφεση κατά τη διάρκεια του 2015 (και μέρος του 2016) εξαιτίας των χαμηλών τιμών της ενέργειας και ορισμένων εμπορευμάτων (τρόφιμα)  που έπληξαν τους τομείς της ενέργειας και της γεωργίας. «Από τα μέσα του 2016, οι τάσεις αυτές άρχισαν να αντιστρέφονται, καθώς οι μεγάλες οικονομίες σε όλο τον κόσμο αρχίζουν να αναπτύσσονται συγχρονισμένα για πρώτη φορά σε μια δεκαετία» αναφέρουν οι ΝΥΤ.

Η αλήθεια είναι ότι τα αμερικανικά media δεν μπορούν να αποδώσουν ευθέως την ύφεση του ρυθμού της βιομηχανικής ανάπτυξης στη διαμάχη του Τραμπ με την Κίνα· είναι όμως ψηλά στη λίστα με τους λόγους. Η ουσία είναι ότι μια σειρά παραγωγικοί κλάδοι και αρκετές χιλιάδες θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ τίθενται σε καθεστώς ιδιότυπης ‘ομηρίας’: από τη μια πλευρά η αδιαλλαξία Τραμπ κι από την άλλη οι αντιδράσεις της Κίνας που μπορεί να γίνουν απρόβλεπτες.

Ο ασιατικός γίγαντας έχει δύο όπλα για να πολεμήσει τον Τραμπ, πέρα φυσικά από την μακάρια υπομονή και την αξιοθαύμαστη αντοχή στις διαπραγματεύσεις. Το πρώτο όπλο είναι τα αμερικανικά ομόλογα που διαθέτει η Κίνα και το ύψος τους ανέρχεται σε περίπου 1,1 τρισ. δολάρια. Το δεύτερο όπλο της είναι η δυνατότητα υποτίμησης του εθνικού νομίσματος το οποίο, σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές είναι ήδη υποτιμημένο σε βαθμό που δημιουργεί προβλήματα στις ΗΠΑ. Ο Τραμπ έχει δηλώσει αρκετές φορές κι όχι μόνο με αφορμή τον πόλεμό του με την Κίνα ότι θεωρεί πράξη (εμπορικού) πολέμου κάθε υποτίμηση νομίσματος, οποιασδήποτε χώρας έχει εμπορικές σχέσεις με τη δική του.

Την ώρα που γράφονταν οι γραμμές αυτές, άλλος ένας γύρος διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις οδηγήθηκε σε αδιέξοδο και για μια ακόμα φορά οι ΗΠΑ διατράνωσαν τη θέλησή τους να επιβάλλουν δασμούς ύψους 25% σε όλα τα κινεζικά προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ. Η αντιπαράθεση έχει αρχίσει να επιδρά σε παγκόσμιους κολοσσούς των επιχειρήσεων όπως η Huawei που βιώνει τον οδυνηρό αποκλεισμό της από την αμερικανική αγορά αλλά και οι Raytheon, Lockheed Martin, BAE Systems και Apple που βλέπουν τη βιομηχανική παραγωγή τους να απειλείται καθώς δεν μπορούν πλέον να προμηθεύονται ‘σπάνιες γαίες’ από την Κίνα για την επί αμερικανικού εδάφους παραγωγή τους. Αυτή τη στιγμή η ψυχραιμία είναι το ζητούμενο και η επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων η πρώτη προτεραιότητα της διεθνούς κοινότητας.

Πόσο θα κοστίσει; Ποιος ξέρει; Ο Bloomberg ίσως…

Όσο περνούν οι μήνες της αμερικανο-κινεζικής εμπορικής διαμάχης κι όσο ο Πρόεδρος Τραμπ
περνάει από τις λεκτικές απειλές στις μικρές, μεμονωμένες αλλά επικίνδυνες για
την οικονομική ισορροπία ενέργειες, οι αναλυτές αναζητούν το κόστος του ‘πολέμου’.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του δικτύου Bloomberg, το οποίο αναφέρεται σε έρευνα που
πραγματοποίησαν δύο συνεργαζόμενοι με αυτό αμερικανοί οικονομολόγοι, το κόστος ενός
τέτοιου πολέμου – εάν κι εφόσον αναπτυχθεί στην πλήρη έκτασή του- αναμένεται πως θα ανέλθει
στα 600 δισ. δολάρια μέχρι το 2021. Θα πλησιάσει δηλαδή τα χρήματα που χρειάστηκε να
δαπανήσει το αμερικανικό κράτος για να αντιμετωπίσει, το 2008, την κρίση των ενυπόθηκων
στεγαστικών δανείων και την κατάρρευση μέρους του τραπεζικού τομέα στις ΗΠΑ.

Μάλιστα οι δύο οικονομολόγοι  (ο Chief Asia Economist Tom Orlik και ο αναλυτής Dan Hanson
αμφότεροι στελέχη του Bloomberg) θεωρούν βέβαιο ότι ένας τέτοιος πόλεμος θα επηρεάσει
(θα μειώσει δηλαδή) το ΑΕΠ της Κίνας κατά 0,9%, των ΗΠΑ κατά 0,7% και της παγκόσμια
 οικονομίας κατά 0,6%.