Μπορούν να «απορροφήσουν» τους δασμούς οι επιχειρήσεις;

Ο Ντόναλντ Τραμπ επέκρινε τη Walmart, λέγοντας πως πρέπει «να σταματήσει να ρίχνει το φταίξιμο στους δασμούς» για τις επικείμενες αυξήσεις τιμών, αρκετοί οικονομολόγοι θυμήθηκαν αντίστοιχες δηλώσεις άλλων προέδρων. Μόλις την προηγούμενη χρονιά, ο Τζο Μπάιντεν είχε υποστηρίξει ότι η «εταιρική απληστία» είναι η αιτία πίσω από την αύξηση στις τιμές της βενζίνης, των τροφίμων και των ενοικίων, απορρίπτοντας τις κατηγορίες ότι η δική του πολιτική τροφοδότησε τον πληθωρισμό.

«Σε αμφότερες τις περιπτώσεις βλέπουμε ένα κοινό μοτίβο: ο πρόεδρος λαμβάνει μια πολιτική απόφαση που οδηγεί σε άνοδο τιμών, και στη συνέχεια επιρρίπτει την ευθύνη στις επιχειρήσεις», επισημαίνει ο οικονομολόγος Μάικλ Στράιν από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Επιχειρήσεων.

Οι δασμοί που έχει επιβάλει ο Τραμπ –οι οποίοι φτάνουν έως και 30% στις εισαγωγές από την Κίνα και ισχύουν μέχρι τα μέσα Αυγούστου– αναμένεται να επηρεάσουν την ευρύτερη οικονομία, είτε μέσω ανατιμήσεων για τους καταναλωτές είτε, εφόσον οι εταιρείες επιλέξουν να απορροφήσουν το επιπλέον κόστος, μέσω συμπίεσης των κερδών τους.

Οι επιπτώσεις αυτές –πληθωριστικές πιέσεις, επιβράδυνση της ανάπτυξης και πιθανή αύξηση της ανεργίας– απασχολούν έντονα τους ειδικούς. Αν και οι περισσότεροι οικονομολόγοι συμφωνούν πως δεν είναι αθέμιτο για τις εταιρείες να αυξάνουν τις τιμές όταν αυξάνονται και τα κόστη τους, η κοινωνική αντίληψη για το ζήτημα διαφέρει. Πολλοί λαϊκιστές, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, θεωρούν πως οι εταιρείες καταχρώνται τη δύναμή τους. Ο Τραμπ, επομένως, δεν είναι μόνος όταν επιρρίπτει την ευθύνη για τις αυξήσεις στις επιχειρήσεις. «Δεν λέω ότι έχει δίκιο σε όλους τους τομείς», ανέφερε η Ελίζαμπεθ Γουίλκινς, επικεφαλής του Ινστιτούτου Ρούζβελτ, «αλλά η ιδέα ότι οι εταιρείες διαθέτουν μεγαλύτερη τιμολογιακή ισχύ απ’ όσο πιστεύουμε, είναι άξια διερεύνησης».

Ο Τραμπ, μέσω της πλατφόρμας Truth Social, κάλεσε τη Walmart να αξιοποιήσει τα υψηλότερα των προσδοκιών περσινά της κέρδη για να συγκρατήσει τις τιμές, προς όφελος των καταναλωτών. Παρ’ όλα αυτά, οι οικονομολόγοι σημειώνουν ότι το ύψος των κερδών μιας εταιρείας δεν αποτελεί τον βασικό παράγοντα στις αποφάσεις τιμολόγησης. Η στρατηγική των τιμών επηρεάζεται κυρίως από το επίπεδο του ανταγωνισμού και την ελαστικότητα της ζήτησης – δηλαδή, το πόσο πρόθυμοι είναι οι καταναλωτές να πληρώσουν υψηλότερες τιμές.

Αν, για παράδειγμα, αγοράζετε έναν καφέ λάτε σποραδικά, μπορεί να διστάσετε αν δείτε αύξηση στην τιμή του. Αν όμως δεν μπορείτε να ξεκινήσετε τη μέρα σας χωρίς αυτόν, είναι πιο πιθανό να δεχθείτε την αύξηση χωρίς αντιρρήσεις.

Η Walmart, από την πλευρά της, δηλώνει ότι έχει περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης. Ο οικονομικός της διευθυντής, Τζον Ντέιβιντ Ρέινι, ανέφερε στο CNBC πως η εταιρεία μπορεί να διαχειριστεί αυξήσεις της τάξης του 2% ή 3%, όχι όμως επιβαρύνσεις 30% λόγω δασμών – όπως ισχύει για πολλά προϊόντα από την Κίνα.

Ο Νικ Ιακοβέλα, στέλεχος του Συνασπισμού για μια Ευημερούσα Αμερική και σύμβουλος σε κυβερνήσεις τόσο του Τραμπ όσο και του Μπάιντεν, υπογραμμίζει μια συχνά παραγνωρισμένη ασυμμετρία στις πολιτικές τιμολόγησης. Όταν το κόστος αυξάνεται, π.χ. μέσω δασμών, οι αυτοκινητοβιομηχανίες σπεύδουν να αυξήσουν τις τιμές. Αντίθετα, όταν επιτυγχάνουν μειώσεις κόστους μεταφέροντας την παραγωγή στο Μεξικό, σπάνια αυτές οι εξοικονομήσεις αντανακλώνται σε χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές.