Νέα έρευνα παρουσιάζει το σύγχρονο εξαγωγικό επιχειρείν της Ελλάδας

Η έρευνα με τίτλο «Εξαγωγές και εξαγωγικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα», του οργανισμού «διαΝΕΟσις» παρουσίασε συγκλονιστικά για τον ελληνικό κλάδο αποτελέσματα, καθώς 100 επιχειρήσεις πραγματοποιούν το 53% των εξαγωγών της χώρας. Στηρίχθηκε σε δείγμα 17.000 επιχειρήσεων, που εξάγουν 2700 προϊόντα σε 190 εξαγωγικούς προορισμούς, αλλά και σε εμπειρικά δεδομένα σε επίπεδο οικονομίας, κλάδου και επιχείρησης (Intrastat, Extrastat, ICAP, ΕΒΕ). Η έρευνα δεν υπολογίζει τα πετρελαιοειδή.

Συγκεκριμένα, η μέση αξία των top-100 επιχειρήσεων ανέρχεται στα 56 εκατ. Ευρώ ανά επιχείρηση, ποσό ασύλληπτα αυξημένο σε σχέση με τις υπόλοιπες (380 χιλ. Ευρώ ανά επιχείρηση). Ταυτόχρονα, εξάγουν 12 προϊόντα σε 27 χώρες κατά μ.ό., έναντι τριών σε ίσο αριθμό χωρών συγκριτικά με τις άλλες. Τέλος, προσφέρουν πολύ μεγαλύτερους ετήσιους μισθούς: 21.500 έναντι 16.200.

Απογοητευτικά είναι τα αποτελέσματα σε σχέση με την οικονομική κρίση, η οποία έβαλε «λουκέτο» στο 30-35% των εξαγωγικών επιχειρήσεων προ κρίσης. Καθώς όμως αυτές ήταν στην πλειοψηφία μικρότερες, αυτό φαίνεται πως έδωσε την ευκαιρία στις μεγαλύτερες εταιρίες να γιγαντωθούν περαιτέρω, αυξάνοντας τις εξαγωγές τους.

Σχετικά με τους παράγοντες της επιτυχίας των μεγαλύτερων επιχειρήσεων, αυτοί χωρίζονται σε 4 σκέλη: πρόσβαση σε χρηματοδότηση, εξειδικευμένο ανθρώπινο κεφάλαιο, παραγωγικότητα και καινοτομία. Ειδικά το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, οι καινοτόμες επιχειρήσεις εμφανίζουν καλύτερα εξαγωγικά αποτελέσματα.

Το δεύτερο σκέλος της έρευνας ανέλυε ένα δείγμα 525 εξαγωγικών επιχειρήσεων (68% μικρών, 32% μεγάλων), και επικεντρώθηκε σε ποιοτικά στοιχεία τα οποία εξήχθησαν από ερωτήσεις.

Σε ερώτηση σχετικά με την αρχή των εξαγωγικών δραστηριοτήτων τους, οι απαντήσεις ήταν μοιρασμένες, με το ελαφρώς μεγαλύτερο ποσοστό (35.4%) να δείχνει πως άρχισαν να εξάγουν μετά το 2010, κατά την διάρκεια της κρίσης. Οι υπόλοιπες ξεκίνησαν κατά την διάρκεια της δεκαετίας 2000-2010 (32.6%) και πριν από το 2000 (32%).

Επίσης ρωτήθηκαν και σχετικά με τα κυριότερα πλεονεκτήματα των επιχειρήσεων τους στις αγορές του εξωτερικού, μέσω ερώτησης πολλαπλής απάντησης. Οι κυριότερες απαντήσεις που δόθηκαν ήταν, κατά σειρά, η ποιότητα (92,8%), το brand (56%), η καινοτομία (45%) και η ελληνική προέλευση (43,7%). Αντίστοιχη ερώτηση υπήρξε και για τα κυριότερα μειονεκτήματα, με τις απαντήσεις να επικεντρώνονται στις χαμηλότερες τιμές του ανταγωνισμού και στο υψηλό κόστος παραγωγής. Σε σχέση  με τα προβλήματα στις ξένες αγορές, αυτά αναφέρονται στην εύρεση αντιπροσώπων (47%), στις χαμηλότερες τιμές του ανταγωνισμού (45%), στο χαμηλό περιθώριο κέρδους και στην αδυναμία τραπεζικού δανεισμού.

Κυριότεροι ανταγωνιστές της χώρας εμφανίσθηκαν η Ιταλία (44.2%), η Τουρκία (31.7%) και η Κίνα (29.6%), με τις Γερμανία και Ισπανία να είναι πολύ κοντά τους. Τέλος, το 79.2% του δείγματος εξάγει έτοιμα προϊόντα, με το 60% να τα εξάγει μερικώς ή ολικώς σε τυποποιημένη μορφή. Ένα πολύ σημαντικό ποσοστό, αλλά σαφώς μικρότερο, εξάγει μερικώς ή ολικώς σε χύμα μορφή, δίχως τυποποίηση.