«Το σύστημα συναλλαγών μπορεί να καταρρεύσει, λόγω της κρίσης που προέκυψε από τον COVID-19.»του CHAD P. BOWN

ΠΩΣ ΘΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΤΟ ΑΜΟΚ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΣΜΟ

Εδώ και τρία χρόνια, η διακυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump κλονίζει στο παγκόσμιο εμπορικό σύστημα. Τώρα κι άλλες δυνάμεις πλήττουν το διεθνές εμπόριο. Η πανδημία εξάπλωσης του COVID-19, η ασθένεια που προκαλείται από το νέο κοροναϊό, δημιουργεί νέα πίεση για αύξηση του προστατευτισμού και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) πρέπει να προετοιμαστεί για αύξηση του αριθμού των χωρών που θα προχωρήσουν στην εφαρμογή τέτοιων μέτρων στις εμπορικές τους συναλλαγές.

Εάν η τάση αυτή παραμείνει και δεν ελεγχθεί, ο κόσμος μπορεί να βιώσει μια επανάληψη της  εμπειρίας της δεκαετίας του 1930, όταν η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά σχεδόν 40%, η ανεργία εκτοξεύθηκε και η οικονομική δραστηριότητα παρέμεινε ασθενική για το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας. Τότε όπως και τώρα, τα προβλήματα δεν προκλήθηκαν μόνο από τον προστατευτισμό.

Τότε αμερικανικός νόμος Smoot-Hawley περί Δασμών δεν πυροδότησε τη Μεγάλη Ύφεση, όπως και τώρα δεν είναι οι δασμοί που θα προκαλέσουν την ύφεση λόγω COVID-19. Ωστόσο, τέτοια εμπόδια θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανάκαμψη, δεδομένης της συμβολής των διασυνοριακών αλυσίδων εφοδιασμού στο σύγχρονο εμπόριο.

Αυτό που συμβαίνει τώρα θα επηρεάσει τη μορφή που θα πάρει το σύστημα συναλλαγών για τις επόμενες δεκαετίες.

ΟΙ ΔΑΣΜΟΙ ΕΡΧΟΝΤΑΙ

Κανείς δεν πρέπει να εκπλαγεί αν η κυβέρνηση Trump χρησιμοποιήσει την τρέχουσα κατάσταση ως πρόσχημα για την επιβολή νέων φραγμών στο εμπόριο. Ο Trump έχει δείξει ότι τον χαροποιεί να εφαρμόζει μεγάλης κλίμακας εμπορικούς περιορισμούς σε εύρωστες οικονομικές περιόδους, παρά τις αντιρρήσεις των αμερικανικών επιχειρήσεων. Δασμοί για χάλυβα και αλουμίνιο αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων εξακολουθούν να ισχύουν.

Ωστόσο το Φεβρουάριο, η αμερικανική κυβέρνηση κατέληξε σε προσωρινή ανακωχή με την Κίνα, αλλά οι περισσότεροι εμπορικοί δασμοί εξακολουθούν να ισχύουν, με συνέπεια να επηρεάζεται ακόμα περισσότερο από το μισό του όγκου των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών.

Τώρα, αναμένεται μια ακόμα πιο κακή οικονομική συγκυρία – καθώς και οι προεδρικές εκλογές.

Ο Trump θα χρειαστεί έναν υπαίτιο για τη μαζική ανεργία και την χρεοκοπία που θα αφήσει ως αποτελέσματα η κρίση του COVID-1. Εάν και εφόσον επιλέξει τον ξένο παράγοντα ως τον αποδιοπομπαίο τράγο, μοιραία το επόμενο του βήμα θα είναι ο περαιτέρω προστατευτισμός στις εμπορικές συναλλαγές.


Οι άλλες χώρες έχουν επιδείξει αξιοσημείωτη αυτοσυγκράτηση κατά τα πρώτα
τρία χρόνια διακυβέρνησης του Trump, καθώς δεν έχουν κλιμακώσει
τα ζητήματα εμπορικών συναλλαγών με αντίστοιχα δυσανάλογη πολιτική προστατευτισμού.

Ίσως οι ηγέτες περιμένουν τη λήξη της θητείας του Trump, ελπίζοντας να διατηρηθεί η εφαρμογή των κανόνων των εμπορικών συναλλαγών για όσο διάστημα απαιτείται, ώσπου να επιστρέψουν οι Ηνωμένες Πολιτείες – αρχιτέκτονας και ηγετικό μέλος του κανονιστικού συστήματος – στον ιστορικό τους ρόλο.

Με εξαίρεση την Κίνα, οι χώρες διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό την αντίσταση τους στην επιθετικότητα του Trump και παρέμειναν πιστές στους κανονισμούς του ΠΟΕ. Επίσης, ενεργούσαν ως επί το πλείστο βάσει αλληλεγγύης και απέφευγαν να χτυπήσουν η μια την άλλη. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και συνέταξε νέες εμπορικές συμφωνίες με τον Καναδά, την Ιαπωνία, τη Βραζιλία και την Αργεντινή, παρουσιάζοντας την εικόνα ενός πρωταθλητή των πολυμερών και των διεθνών συνεργασιών.

Η πανδημία υπερκέρασε αυτήν την αλληλεγγύη.

Οι εμπορικοί φραγμοί μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών εμφανίστηκαν εξαιρετικά γρήγορα. Τον Μάρτιο, η Γαλλία και η Γερμανία απαγόρευσαν τις πωλήσεις αναγκαίου νοσοκομειακού εξοπλισμού εκτός των εθνικών τους συνόρων, συμπεριλαμβανομένης της υπό καταστροφή Ιταλίας λόγω του ιού.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέλεξε να παρέμβει με έναν συμβιβασμό: τα κράτη-μέλη θα μπορούσαν να περιορίσουν τις εξαγωγές ιατρικού υλικού σε άλλα κράτη, αρκεί αυτό να γίνεται σε ορθά πλαίσια συνεργασίας. Με αυτή τη ρύθμιση, οι Βρυξέλλες διέσωσαν την εσωτερική αρμονία – με κόστος την άρση της εξουσίας που είχαν επιβάλλει στα κράτη-μέλη για εφαρμογή της ηθικής αρχής των πολυμερών εμπορικών συναλλαγών, που η Ευρώπη είχε εργαστεί σκληρά για να διατηρήσει κατά την εποχή της αντίθετης πολιτικής του Trump.

Ο προστατευτισμός των εξαγωγών είναι μεταδοτικός: το Ηνωμένο Βασίλειο, η Νότια Κορέα, η Βραζιλία, η Ινδία, η Τουρκία, η Ρωσία και δεκάδες άλλες χώρες έχουν περιορίσει τις εξαγωγές ιατρικών και φαρμακευτικών προϊόντων, ακόμη και τροφίμων προς άλλες χώρες.


Οι νατιβιστικές οικονομικές πρακτικές ενέχουν κινδύνους, οι πιο σοβαροί
από τους οποίους μπορεί να εμφανιστούν, όχι κατά τη διάρκεια της πανδημίας
αλλά μετά από αυτήν, όταν η βιομηχανική παραγωγή επανεκκινήσει.

Μεγάλο μέρος του κατασκευαστικού τομέα της Ευρώπης ορθώς έπαψε τη λειτουργία του, για να βοηθήσει στον περιορισμό των επιπτώσεων στη δημόσια υγεία, λόγω του κοροναϊού.

Ωστόσο, η ασύγχρονη εξάπλωση της παγκόσμιας πανδημίας μπορεί να σημαίνει ότι χώρες εκτός Ευρώπης ανοίγουν ξανά τις οικονομίες τους νωρίτερα από ό,τι η Ευρώπη.

Όταν εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε εμπορεύματα όπως παπούτσια, ηλεκτρονικά είδη, χημικά και άλλα προϊόντα χαμηλής τιμής εμφανιστούν ξαφνικά στα λιμάνια του Ρότερνταμ και του Αμβούργου, η ευρωπαϊκή βιομηχανία σίγουρα θα ξεσηκωθεί, απαιτώντας δασμολογική προστασία από την επίθεση του αθέμιτου ανταγωνισμού στο εμπόριο. Επιπλέον, η Κίνα θα προσπαθήσει να επανεκκινήσει την οικονομία της επιδοτώντας τον κατασκευαστικό κλάδο, με τον τρόπο που οδήγησε αρχικά την Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους να διαμαρτύρονται για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Δεδομένου ότι μεγάλο μέρος από τα κινεζικά προϊόντα θα παραμείνουν έξω από την αγορά των Η.Π.Α., λόγω του πολέμου των συναλλαγών, οι Βρυξέλλες θα είναι ισχυρός πόλος έλξης.

Οι κυβερνήσεις εκτός Ευρώπης θα υποστούν επίσης πίεση για την προστασία των εγχώριων βιομηχανιών τους και οι ευρωπαίοι εξαγωγείς θα επωμιστούν το βάρος αυτών των μέτρων  που θα παρθούν από τις ξένες αγορές. Οι εταιρείες σε όλες τις χώρες μπορούν να αναζητήσουν προστασία από τις εισαγωγές, ζητώντας από τις κυβερνήσεις τους να χτυπήσουν τους ξένους ανταγωνιστές μέσω επιβολής διαφόρων μορφών δασμολογικής πολιτικής.

Οι σχετικοί όροι του ΠΟΕ για την επιβολή δασμών είναι αρκετά εξυπηρετικοί.

Μια βιομηχανία πρέπει να δείξει ότι έχει τραυματιστεί – πράγμα όχι τόσο δύσκολο ν’ αποδειχθεί, δεδομένης της τρέχουσας οικονομικής δυσκολίας. Στη συνέχεια,  ένα κοινό επιχείρημα που θα προβάλουν οι βιομηχανίες είναι ότι οι άλλες χώρες πρέπει να τιμωρηθούν για άδικες πρακτικές.

Μία φράση δασμολογικών πολιτικών που σύντομα θα εισέλθει στο δημόσιο λόγο είναι το «αντισταθμιστικό όφελος».


Ο όρος περιγράφει έναν δασμό που θα επιβαρύνει το προϊόν και θα χρησιμοποιείται
για να αποθαρρυνθεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός που προκύπτει από την κρατική
παρέμβαση στις αγορές.

Επί του παρόντος, οι κυβερνήσεις διαθέτουν τρισεκατομμύρια δολάρια για να διατηρήσουν τις εταιρείες εν ζωή. Μετά την επέλαση του COVID-19, πολλά προϊόντα εισαγωγής θα φτάσουν στις χώρες-αγοραστές ενώ οι εταιρείες παραγωγής τους θα είναι υπό διάσωση. Σύμφωνα με τους κανόνες του ΠΟΕ, μικρή σημασία έχει αν η εγχώρια βιομηχανία πήρε επίσης μία βοήθεια, ή αν η εξωτερική επιδότηση ήταν μια λογική οικονομική πολιτική εκείνη τη στιγμή. Οι κανόνες επιτρέπουν και στις δύο πλευρές να επιδοτούν και να επιδοτούνται, όσο αναποτελεσματικό κι αν μοιάζει αυτό.

Στην πραγματικότητα, αν και προβληματικό, αυτό το σενάριο απέχει πολύ από τη χειρότερη περίπτωση. Ορισμένες κυβερνήσεις ενδέχεται να αγνοήσουν εντελώς τους κανόνες του ΠΟΕ, να μιμηθούν τις ενέργειες του Trump σχετικά με το χάλυβα και το αλουμίνιο και να ισχυριστούν ότι οι εισαγωγές πρέπει να σταματήσουν επειδή το εμπόριο αποτελεί απειλή για την εθνική τους ασφάλεια. Ή μπορεί να δικαιολογήσουν τους δασμούς ως απαραίτητους ως απάντηση στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης της δημόσιας υγείας, όπως έκαναν οι Βρυξέλλες με τους ελέγχους των εξαγωγών στις ιατρικές προμήθειες.

 

ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ

Μόνο μια συντονισμένη πολιτική δέσμευση μεταξύ των παγκόσμιων ηγετών θα αποτρέψει μια επίθεση προστατευτισμού σε αυτές τις έκτακτες συνθήκες. Οι κανόνες του ΠΟΕ καθιστούν πράγματι πιθανό έναν τέτοιο προστατευτισμό ελλείψει ενός αρχικού σχεδίου για να τον σταματήσει.

Ωστόσο, δεν έχει υλοποιηθεί ακόμα καμία τέτοια παγκόσμια πολιτική δέσμευση. Το ξέρουμε αυτό, γιατί γνωρίζουμε τις επιπτώσεις της δράσης κατά των δασμών στη διάρκεια μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Η οικονομική κρίση του 2008 προκάλεσε επίσης μια οικονομική κατάρρευση αρκετά έντονη και βαθιά ώστε να απειλήσει το σύγχρονο εμπορικό σύστημα. Από την καταστροφή της δεκαετίας του 1930, ο φόβος ήταν ότι η οικονομική δυσχέρεια θα προκαλούσε τέτοια εμπόδια στο εμπόριο, ικανά να το εκτροχιάσουν. Ωστόσο, η τελευταία παγκόσμια ύφεση αποδείχθηκε να εξασφαλίζει εξαιρετικά χαμηλούς δείκτες προστατευτισμού. Οι εμπορικοί δασμοί δεν αυξήθηκαν, εν μέρει λόγω της ανταπόκρισης της εσωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και άλλων κυβερνήσεων: μεγάλα κυβερνητικά προγράμματα δαπανών, παρεμβάσεις κεντρικής τράπεζας και ευέλικτες συναλλαγματικές ισοτιμίες που εξασφάλισαν ότι το δολάριο και το ευρώ ειδικά δεν θα ενισχύονταν υπερβολικά. Αυτές οι πολιτικές ήταν σημαντικά διαφορετικές από εκείνες που υποδέχτηκαν τη Μεγάλη Ύφεση.

Ο προστατευτισμός ήταν επίσης περιορισμένος επειδή οι ηγέτες των μεγάλων οικονομιών ξεπέρασαν το πρόβλημα. Τον Νοέμβριο του 2008, παρά το ότι δεν γνώριζε ακόμη την σοβαρότητα της οικονομικής κρίσης, η κυβέρνηση Τζορτζ Μπους συγκέντρωσε τους ηγέτες 20 βιομηχανικών και μεγάλων αναδυόμενων οικονομιών σε μια νέα G-20, όπου οι παρευρισκόμενοι έδωσαν μια σημαντική υπόσχεση: «Υπογραμμίζουμε την κρίσιμη σημασίας απόρριψη του προστατευτισμού και την μη ανάκαμψη του σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας. Με αυτό τον τρόπο, εντός των επόμενων 12 μηνών, θα αποφύγουμε να θέσουμε νέα εμπόδια στις επενδύσεις ή στο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, να επιβάλουμε νέους περιορισμούς στις εξαγωγές ή να εφαρμόσουμε ασυνεπή προς τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) μέτρα για να τονωθούν οι εξαγωγές. “

Η συγκυρία της κρίσης του 2008 ήταν σχεδόν ιδανική.

Η Lehman Brothers κατέρρευσε, οι τομείς της οικονομίας και της αυτοκινητοβιομηχανίας στις ΗΠΑ χρειάζονταν διάσωση και εκατομμύρια Αμερικανοί βρέθηκαν ξαφνικά εκτός αγοράς εργασίας. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η κυβέρνηση των ΗΠΑ βρισκόταν σε μια φάση μετάβασης: η κυβέρνηση Bush επρόκειτο να αποσυρθεί μετά από οκτώ χρόνια στην εξουσία και ο Barack Obama δεν θα αναλάμβανε πριν τις 20 Ιανουαρίου 2009.

Η κυβέρνηση Bush ήταν τόσο γερασμένη και βαθύτατα αντιδημοφιλής στο εξωτερικό. Η διεθνής φήμη των Ηνωμένων Πολιτειών εξαφανίστηκε ακόμα κι από τον πόλεμο στο Ιράκ. Οι εντάσεις με την Κίνα είχαν κλιμακωθεί λόγω της υποτιμημένης συναλλαγματικής ισοτιμίας της. Ακόμη και το εμπόριο δεν πήγαινε καλά, καθώς οι διαπραγματεύσεις μεταξύ κρατών του ΠΟΕ, κατά τη διάρκεια του Γύρου της Ντόχα κατέρρευσαν κατά την ακμή τους, τον Ιούλιο. Χάριν της προηγούμενης διαπραγμάτευσης, η αμερικανική κυβέρνηση ξεπέρασε όλα τα εμπόδια για να διεξάγει τη σύνοδο κορυφής της Ουάσιγκτον, η οποία τελικά βοήθησε το σύστημα εμπορικών συναλλαγών να επιβιώσει.

Ομολογουμένως, η παγκόσμια δυσαρμονία που ξεπέρασε η κυβέρνηση Bush το 2008, ωχριά σε σύγκριση με την γενικευμένη πικρία και δυσπιστία σήμερα.

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΒΗΜΑ; 

Ακόμα κι αν ο Trump δεν είχε έρθει ποτέ, η κρίση του COVID-19 θα έβαζε το σύστημα εμπορικών συναλλαγών σε μια σκληρή δοκιμασία. Αλλά ο Trump έχει αφήσει τον ΠΟΕ λιγότερο προετοιμασμένο από ό, τι θα μπορούσε να ήταν. Σε αντίθεση με το 2008, αυτή τη φορά υπάρχει μια μικρή ελπίδα ότι η άμεση ηγετική δράση θα προέλθει από την Ουάσιγκτον.


Η διάσωση του κανονιστικά δομημένου συστήματος εμπορικών συναλλαγώ
από μια κρίση ευρέως προστατευτισμού θα απαιτήσει δημιουργικότητα
και προοπτική από αλλού. 

Δυσθεώρητα αλλά υπαρκτά είναι κάποια αισιόδοξα σημάδια. Ο Trump τορπίλισε το σύστημα επίλυσης εμπορικών διαφορών του ΠΟΕ στα τέλη του 2019 – σε απάντηση, η Ευρωπαϊκή Ένωση έδωσε μια λύση, εγγράφοντας μια σειρά κρατών με σημαντικές οικονομίες, εκτός από τις ΗΠΑ, σε ένα πλαίσιο για την αρμονική επίλυση των διαφορών τους. Και μια ομάδα μικρότερων οικονομιών – με επικεφαλής τον Καναδά και την Αυστραλία – υπέβαλε μια αντιπροστατευτική εμπορική δήλωση για το COVID-19 που είναι πιο επιθετική από ό, τι θα μπορούσε να συμφωνήσει η G-20.

Οι κυβερνήσεις των κρατών με μεγάλες οικονομίες πρέπει να κάνουν περισσότερα και γρήγορα.

Δεν πρέπει να αφήσουν την τρέχουσα δυσλειτουργία της Ουάσιγκτον να τις κρατήσει πίσω. Τουλάχιστον, οι χώρες θα πρέπει να προβάλλουν ασταμάτητα απαιτήσεις για δυνητική προστασία προς τα διαφανή και διαχρονικά όργανα του ΠΟΕ.

 Ένας ειδικός δασμός, η «διασφάλιση» ικανοποιεί αυτά τα κριτήρια και μπορεί να είναι η καλύτερη επιλογή.

Οι διασφαλίσεις ισχύουν για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όταν οι εισαγωγές αυξάνονται και απειλούν να βλάψουν περαιτέρω τη βιομηχανία, ενώ δεν επιρρίπτουν την ευθύνη στις ξένες χώρες. Η εφαρμογή της δεν θα εμπλέξει τους διαμορφωτές κοινής γνώμης σε εσωτερικές διαφωνίες σχετικά με το επιχείρημα ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται ως υποστήριξη απέναντι στην κρίση του  COVID-19 είναι «άδικες» – ένα επιχείρημα ανάξιο λόγου κατά τη διάρκεια πανδημίας, στην οποία σχεδόν όλοι αντιμετωπίζουν τις κρατικές ενισχύσεις όπως αντιμετωπίζουν τα έσοδα από το μονοπώλιο.

Η αποτυχία πρόβλεψης και προετοιμασίας για την επικείμενη απαίτηση προστασίας του εμπορίου θα μπορούσε να είναι καταστροφική. Η εκκίνηση του συστήματος συναλλαγών από το μηδέν δεν θα ήταν μόνο εξαιρετικά δύσκολη, αλλά και απίστευτα δαπανηρή, καθώς σίγουρα θα υπήρχε ένα ενδιάμεσο διάστημα στο οποίο κανένα σύστημα συναλλαγών δεν θα λειτουργούσε καθόλου. Όμως, με τον περιορισμό της πανδημίας, η ενίσχυση του εμπορίου δεν μπορεί παρά να είναι η μόνη προσπάθεια ενός έθνους. Μέχρι να περιοριστεί πανδημία, η ανησυχία μεταδίδεται παντού.

Το ίδιο ισχύει και για τον προστατευτισμό.

Πηγή: Foreign Affairs, www.foreignaffairs.com
Photo credits: Centre for Peace, Security and Developmental Studies (CPSD)
Επιμέλεια κειμένου: DK marketing