Η ανάπτυξη της οικονομίας και η προσέλκυση επενδύσεων στο “μικροσκόπιο” εκπροσώπων επιχειρηματικών φορέων

Growth up arrow icon isolated

Σε μία εποχή με μεγάλες προκλήσεις, το βασικό ζητούμενο για όλους είναι πολιτεία, φορείς, επιχειρήσεις να επιτύχουν την αλλαγή εκείνη στην πορεία τους που θα σηματοδοτήσει την αναπτυξιακή πορεία του τόπου.

Αυτό υπογραμμίζουν εκπρόσωποι της επιχειρηματικής κοινότητας, και ιδιαίτερα της μικρομεσαίας επιχειρηματικής κοινότητας, σε άρθρα τους στο πλαίσιο της ειδικής διαδικτυακής έκδοσης του ΑΠΕ-ΜΠΕ, SPECIAL EDITION / ECONOMY 2.0 (www.amna.gr/special-edition) ενώ υπογραμμίζουν τη σημασία της συνέπειας της κυβέρνησης στο μεταρρυθμιστικό της έργο με στόχο την συνεχή βελτίωση των παραμέτρων, εκείνων, που θα καταστήσουν τη χώρα μας ακόμη πιο ελκυστικό επενδυτικό προορισμό.

Βέβαια, η αποκατάσταση της πρόσβασης σε ρευστότητα μέσα από ένα υγιές, εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα θεωρείται μία ακόμη προτεραιότητα στην προσέλκυση επενδύσεων ενώ εκτιμάται ότι η κυβέρνηση πρέπει να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για να κατανοήσει τα προβλήματα και τις ανάγκες των ΜμΕ και να τις εντάξει στο κάδρο της αναπτυξιακής της στρατηγικής.

 

Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, πρόεδρος Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος (ΚΕΕΕ):

«Μόνο μέσω της προόδου των επιχειρήσεων μπορεί να επιτευχθεί η ανάπτυξη»

Σε μία εποχή με μεγάλες προκλήσεις, το βασικό ζητούμενο για όλους μας -Πολιτεία, φορείς, επιχειρήσεις- παραμένει η αλλαγή ρότας που θα σηματοδοτήσει την αναπτυξιακή πορεία του τόπου.

Για να πετύχουμε όμως την πολυπόθητη ανάπτυξη, είναι αναγκαίο να αντιμετωπίσουμε πρώτα τα πολλά και σοβαρά προβλήματα που απειλούν τη βιωσιμότητα των ελληνικών επιχειρήσεων -κυρίως των μικρομεσαίων.

Με την πανδημία να παραμένει ως η μεγαλύτερη απειλή της δημόσιας υγείας αλλά και της οικονομίας και με τις «πληγές» που άφησαν οι πρόσφατες πυρκαγιές να είναι ορθάνοιχτες, οι επιχειρήσεις δίνουν μάχη επιβίωσης. Αποθαρρυντικός παράγοντας για την πορεία της κατανάλωσης -άρα και για τη λειτουργία της αγοράς- είναι και οι ανατιμήσεις πολλών προϊόντων εξαιτίας της αύξησης των τιμών της ενέργειας. Γίνεται κατανοητό δηλαδή ότι μόνο ειδυλλιακό δεν είναι το περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί για το επιχειρείν. Και να μην ξεχνάμε ότι η ελληνική οικονομία προέρχεται από μία δεκαετία κρίσης, με την επιβολή μνημονίων. Πριν προλάβουμε λοιπόν ως επιχειρηματική κοινότητα να πάρουμε μία ανάσα, βρισκόμαστε απέναντι σε νέες δυσκολίες.

Κομβικό ρόλο στην αντιμετώπιση της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί, έχει βέβαια η στάση που θα κρατήσει η Πολιτεία. Εφόσον η κυβέρνηση τηρήσει τη δέσμευση της για την υλοποίηση φιλοεπιχειρηματικών πολιτικών, τότε μπορεί να δημιουργηθεί ένα ανάχωμα προστασίας για την ελληνική επιχειρηματικότητα. Πρώτο μέλημα όλων πρέπει να είναι η δραστική μείωση του ιδιωτικού χρέους, που πλέον έχει ανέλθει σε δυσθεώρητα ύψη καθώς ξεπερνά τα 260 δισ. ευρώ. Αιτία της αύξησης είναι βέβαια όλα όσα ζήσαμε με την πανδημία. Τα συνεχόμενα lockdown με τη διακοπή λειτουργίας πολλών και σημαντικών επιχειρηματικών κλάδων, την επιβολή περιοριστικών μέτρων, τη μείωση της κατανάλωσης. Μπορεί να δόθηκε παράταση στην εκπλήρωση των περισσοτέρων υποχρεώσεων, όπως σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, όμως πλησιάζει η στιγμή που επιχειρήσεις και επαγγελματίες θα κληθούν να πληρώσουν. Και ειδικά για όσους είδαν μεγάλη περικοπή στα εισοδήματά τους εξαιτίας του κλεισίματος της επιχείρησής τους- και χωρίς να έχουν την παραμικρή ευθύνη καθώς υπάκουσαν σε κυβερνητική εντολή- είναι βέβαιο ότι αυτό θα είναι κάτι πολύ δύσκολο, έως και αδύνατο.

Λύση στο πρόβλημα μπορεί να δώσει η διαγραφή μέρους των οφειλών που βεβαιώθηκαν κατά το διάστημα της πανδημίας. Αν δεν εφαρμοστεί αυτό το μέτρο, κινδυνεύουν το επόμενο διάστημα με οριστικό κλείσιμο χιλιάδες επιχειρήσεις, κάτι που θα επιφέρει αρνητικές συνέπειες στην απασχόληση αλλά και στα έσοδα του Δημοσίου. Επόμενο βήμα στο οποίο πρέπει να προχωρήσει η κυβέρνηση, είναι αυτό της αύξησης των χρηματοδοτικών εργαλείων και κυρίως της ευκολότερης πρόσβασης των επιχειρήσεων στον τραπεζικό δανεισμό. Το μεγαλύτερο εμπόδιο που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι επιχειρήσεις το διάστημα της πανδημίας -αλλά και κατά την περίοδο της κρίσης- ήταν η έλλειψη ρευστότητας. Μόνο το 15% των επιχειρήσεων μπορεί σήμερα να στηριχθεί μέσω δανεισμού από τον τραπεζικό τομέα και αυτό πρέπει να μας προβληματίσει όλους. Απάντηση στο έλλειμμα χρηματοδότησης μπορεί σίγουρα να δώσει η αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων του ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης. Αν αυξηθούν τα ποσά που θα κατευθυνθούν προς τις επιχειρήσεις, τότε ενισχύεται η προσπάθεια που κάνουν για να παραμείνουν σε λειτουργία και να αναπτυχθούν.

Για να αλλάξει μια και καλή το οικονομικό περιβάλλον, απαιτείται και μία σειρά στοχευμένων μέτρων που θα τονώσουν την επιχειρηματικότητα, όπως ένα σταθερό φορολογικό σύστημα με μειωμένους συντελεστές, κίνητρα για τη μετάβαση των υφιστάμενων επιχειρήσεων στη νέα ψηφιακή εποχή αλλά και για δημιουργία καινούριων επιχειρηματικών δράσεων που θα στηρίζονται στην καινοτομία και την αξιοποίηση της τεχνολογίας, έμφαση στην προσέλκυση επενδύσεων.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους είναι ότι αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη της οικονομίας μας, είναι η πρόοδος των επιχειρήσεων της χώρας. Οποιαδήποτε ενέργεια, δράση, πρωτοβουλία αναπτυχθεί, σε αυτό το σημείο οφείλει να στοχεύσει. Σε μία ελεύθερη οικονομία δεν μπορεί να επιτευχθεί βελτίωση του κλίματος αν οι επιχειρήσεις δεν είναι κραταιές και με ενισχυμένη την ανταγωνιστικότητα τους. Και μέτρα που οδηγούν προς αυτή την κατεύθυνση περιμένει να ακούσει η επιχειρηματική κοινότητα από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στη ΔΕΘ.

 

Γιώργος Καρανίκας πρόεδρος ΕΣΕΕ:

Η προσέλκυση επενδύσεων και η βιώσιμη ανάπτυξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας

Η συζήτηση για την προσέλκυση επενδύσεων σε μια οικονομία δεν είναι νέα. Αντίθετα, πολλά έχουν γραφτεί για τους τρόπους με τους οποίους μια χώρα μπορεί να γίνει περισσότερο ελκυστική για τους επενδυτές και να θέσει έτσι ισχυρότερες βάσεις για μια ανθεκτική και βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτό ακριβώς το γεγονός υπογραμμίζει και την πολυπλοκότητα του θέματος, καθώς η ενίσχυση των επενδύσεων παραμένει, για όλα σχεδόν τα κράτη του κόσμου, υψηλή προτεραιότητα.

Είναι πλέον φανερό πως η προσέγγιση στο θέμα των επενδύσεων οφείλει να είναι ολιστική, καλύπτοντας, αν όχι όλες, τη συντριπτική πλειονότητα των απαιτούμενων προϋποθέσεων. Δεν αρκεί δηλαδή η θεσμοθέτηση χαμηλών φορολογικών συντελεστών ως μονοδιάστατο κίνητρο για την τόνωση των επενδύσεων. Ίσως δύσκολα θα προτιμήσει κάποιος επενδυτής να τοποθετήσει τα κεφάλαιά του σε χώρες όπως το Ανατολικό Τιμόρ, η Ανγκουίλα, το Κιργιστάν ή το Τουρκμενιστάν, οι οποίες σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών Α.1186/2021 έχουν προνομιακό φορολογικό καθεστώς, ήτοι ο φορολογικός τους συντελεστής είναι ίσος ή χαμηλότερος από το 60% του αντίστοιχου ελληνικού. Συνεπώς, κι ενώ οι επενδυτές λειτουργούν ανταγωνιστικά σε παγκόσμιο επίπεδο, επιλέγουν δηλαδή βάσει της μεγιστοποίησης της προσφερόμενης απόδοσης, είτε πρόκειται για άμεσες ξένες επενδύσεις είτε για αξιοποίηση των εγχώριων πόρων, εντούτοις αναζητούν παράλληλα και με την ίδια ένταση ένα υγιές επιχειρηματικό περιβάλλον.

Ως εκ τούτου, μια οικονομία που επιθυμεί να προσελκύει παραγωγικές επενδύσεις δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην ανακοίνωση ορισμένων κινήτρων αλλά θα πρέπει να υιοθετήσει πολιτική την οποία θα ακολουθεί με συνέπεια και υπευθυνότητα μακροχρόνια. Σαφώς και είναι θετική κάθε μείωση των φορολογικών συντελεστών και των ασφαλιστικών εισφορών, ιδιαίτερα σε μια οικονομία όπως η ελληνική στην οποία κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης οι φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις για τις επιχειρήσεις διογκώθηκαν υπέρμετρα. Εντούτοις, τέτοια κίνητρα θα πρέπει να συνοδεύονται και από ειλικρινείς και επιτυχημένες προσπάθειες περιορισμού της γραφειοκρατίας και επιτάχυνσης των σχετικών διαδικασιών. Ήδη, οι περιορισμοί των μετακινήσεων κατά τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης βελτίωσαν τις επιδόσεις της χώρας μας σε αυτόν τον τομέα, χωρίς όμως να έχουν εξαντληθεί όλα τα περιθώρια.

Εξίσου σημαντική για την προσέλκυση επενδύσεων θεωρείται η εμπέδωση της εμπιστοσύνης και της σταθερότητας. Η συρρίκνωση του χρόνου απονομής δικαιοσύνης και η αποφυγή κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών εντάσεων λειτουργούν ευνοϊκά για τις επενδύσεις, θέση που επιβεβαιώνεται αν αναλογιστεί κανείς τις πρόσφατες περιπέτειες της χώρας μας. Στο ίδιο πλαίσιο, η συστηματική και ποιοτική εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού αξιολογούνται ως απολύτως αναγκαίες για τη δημιουργία καταρτισμένου προσωπικού υψηλών δεξιοτήτων. Άλλωστε, είναι κοινό μυστικό πως η ελληνική οικονομία δεν μπορεί αλλά και δεν θα πρέπει να στοχεύει στο να ανταγωνιστεί τις ασιατικές οικονομίες στο κόστος εργασίας αλλά στην παραγωγικότητα και στην παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας προϊόντων.

Βέβαια, η αποκατάσταση της πρόσβασης σε ρευστότητα μέσα από ένα υγιές, εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα θεωρείται μία ακόμη προτεραιότητα στην προσέλκυση επενδύσεων. Οι ισχυρές αναταράξεις του τραπεζικού τομέα στέρησαν ουσιαστικά τη δυνατότητα δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων ενώ η πτώση της αξιοπιστίας της χώρας διόγκωσε ταυτόχρονα και το κόστος δανεισμού ακόμα και για τις πιο εύρωστες. Υπό το πρίσμα του κορωνοϊού, οι τράπεζες καλούνται να δείξουν ίσως μεγαλύτερη ευελιξία σε σχέση με το παρελθόν προκειμένου πολλές επιχειρήσεις να παραμείνουν ενεργές και να αναπτυχθούν.

Παράλληλα, οι ανακοινώσεις για την πρόοδο της χώρας στο συγκεκριμένο τομέα από τα αρμόδια υπουργεία και οι σχετικές εκδηλώσεις δεν φαίνεται να επαρκούν. Αντίθετα, περισσότερο αποτελεσματική θα ήταν η λειτουργία ενός πραγματικά λειτουργικού “ help desk”, το οποίο θα είναι σε θέση να παρέχει αξιόπιστη πληροφορία σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η ικανότητα προσέλκυσης επενδύσεων μιας χώρας προσδιορίζεται σε σημαντικό βαθμό από τις αξιολογήσεις ξένων οίκων μέσω αναφορών όπως η έκθεση “ Doing Business Report” της Παγκόσμιας Τράπεζας κλπ, όμως το ίδιο σημαντική είναι και η αξιολόγηση που διενεργεί αδιαλείπτως η ίδια η αγορά.

Η αλήθεια είναι πως η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας έχει βελτιωθεί μετά την οικονομική κρίση και οι προοπτικές της γίνονται ολοένα και ευνοϊκότερες, ιδιαίτερα με την επιστροφή στην κανονικότητα, αρκεί να αξιοποιηθούν σωστά οι ευκαιρίες. Ειδικότερα, η επενδυτική εικόνα της ελληνικής οικονομίας αναβαθμίζεται, γεγονός που αποτυπώνεται και σε σχετικές έρευνες όπως της «EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2020». Η συνολικά θετική διαχείριση της πανδημίας αλλά και η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης στη διάρκεια της κρίσης συνέβαλλαν και συμβάλλουν αποφασιστικά στο να καταστεί η χώρα ελκυστικός προορισμός για σημαντικές επενδύσεις. Από την άλλη, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας μπορούν να λειτουργήσουν θετικά ως προς την αντιμετώπιση των προκλήσεων, λειτουργώντας μετασχηματιστικά για το εγχώριο παραγωγικό υπόδειγμα και βελτιώνοντας την ανθεκτικότητα κύριων κλάδων της ελληνικής οικονομίας.

Οι άξονες που σχετίζονται με τις «Ιδιωτικές Επενδύσεις», και περιλαμβάνονται στο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, προτείνουν μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στη δημόσια διοίκηση, το σύστημα απονομής δικαιοσύνης και το φορολογικό σύστημα, τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, την άρση των εμποδίων για την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις και την παροχή κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις και νέες επιχειρήσεις. Παράλληλα, κρίσιμες συνθήκες για την προσέλκυση των επενδύσεων είναι οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας στον πράσινο και ψηφιακό μετασχηματισμό. Όμως για να ενταχθούν οι επενδύσεις στο πλαίσιο ενός βιώσιμου παραδείγματος οικονομικής ανάπτυξης θα πρέπει να διασφαλιστεί η δίκαιη μετάβαση του συνόλου της επιχειρηματικότητας στο πλαίσιο του διττού μετασχηματισμού, χωρίς εξαιρέσεις και αστερίσκους.

 

Βασίλης Κορκίδης πρόεδρος ΕΒΕΠ:

Η προοπτική και τα οφέλη από τα μεγάλα επενδυτικά έργα

Η πορεία του τρίτου τριμήνου του έτους δημιουργεί προσδοκίες για επιστροφή σε θετικό πρόσημο στην οικονομία το 2021 και φιλόδοξους στόχους ανάκαμψης. Αρκετές σημαντικές επενδύσεις προχωρούν με αποφασιστικά βήματα, συμπεριλαμβανομένης της εμβληματικής ανάπλασης στην παραλία στο Ελληνικό, στη γραμμή 4 του μετρό της Αθήνας και στο πανελλαδικό δίκτυο ευρυζωνικής διασύνδεσης. Η κυβέρνηση σκοπεύει την περίοδο 2022-2025 να επιτύχει ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης κατά μέσο 4% για να στηρίξει τη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική της, προσελκύοντας ιδιωτικές επενδύσεις στην ενέργεια και τις ΑΠΕ, τις μεταφορές και τα logistics, την αγροδιατροφή και τη τυποποίηση, τις λιμενικές και ναυπηγοεπισκευαστικές δραστηριότητες.

Το Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων ξεκίνησε το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης της περιόδου 2021-2025 με προϋπολογισμό 10 δις ευρώ χρηματοδοτούμενο από ιδίους πόρους, ενώ δρομολογεί την απλοποίηση των διαδικασιών έγκρισης ώστε τα επενδυτικά έργα να πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας για να λάβουν τις απαραίτητες εκκαθαρίσεις και να αποσυνδεθούν εγκαίρως από γραφειοκρατικές διαδικασίες. Το νομοσχέδιο που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση για στρατηγικές και εμβληματικές επενδύσεις, εκτός από φοροαπαλλαγές, σταθερό φορολογικό συντελεστή για 12 έτη, ταχεία αδειοδότηση και χωροθέτηση, προβλέπει για πρώτη φορά κεφαλαιακές μορφές ενισχύσεων με επιχορήγηση σε μετρητά, επιδότηση μίσθωσης και κόστους απασχόλησης. Ταυτόχρονα ενισχύονται και επικαιροποιούνται διατάξεις του Αναπτυξιακού νόμου, του 2016, ώστε να βελτιωθούν τα κίνητρα και να ταυτίζονται οι μορφές ενισχύσεων.

Η μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική της Ελλάδας συνεπάγεται μια επιστροφή σε μια ισχυρή ανάπτυξη με εξασφάλιση ενός ελκυστικού επενδυτικού κλίματος, που θα προσθέσει 50 δις ευρώ στο ελληνικό ΑΕΠ έως το 2025. Το Υπουργείο Οικονομικών θέλει να επιτύχει σταθερούς ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης και να επαναφέρει το κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ της Ελλάδας στο 95% του μέσου όρου της ΕΕ που ήταν το 2009 και έχει υποχώρησε στο 64% του μέσου όρου της ΕΕ με βάση την αγοραστική δύναμη του 2020, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, που δείχνουν την επίδραση της πανδημίας στη χρηματοπιστωτική κρίση.

Στις πιο σημαντικές επενδύσεις σε εξέλιξη είναι αυτή του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης που έχει προσκαλέσει δεσμευτικές προσφορές για το έργο Ultra-Fast Broadband (UFBB), μία από τις μεγαλύτερες συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα στην Ευρώπη με προϋπολογισμό 870 εκατ. ευρώ. Ο στόχος του έργου, το οποίο αποτελεί μέρος του σχεδίου ψηφιακού μετασχηματισμού της κυβέρνησης, είναι να δημιουργήσει 750.000 συνδέσεις στο Διαδίκτυο υψηλής ταχύτητας στα 100 Mbps, με δυνατότητα αναβάθμισης σε 1Gbps, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του σχεδίου της ΕΕ «Συνδεσιμότητα για μια Ευρωπαϊκή Εταιρεία Gigabit». Σημαντική ήταν η υπογραφή της συμφωνίας για τη μεταφορά της «Ελληνικόν ΑΕ» στην Lamda Development, που ουσιαστικά σηματοδοτεί την έναρξη της μεγαλύτερης ιδιωτικής επένδυσης στην Ελλάδα. Το έργο αστικής ανάπλασης του Ελληνικού αναμένεται να αποφέρει επενδύσεις 8 δις ευρώ και να δημιουργήσει 75.000 μακροπρόθεσμες θέσεις εργασίας, προσθέτοντας 2,4% στο ελληνικό ΑΕΠ.

Ο φορέας εκμετάλλευσης σιδηροδρομικών υποδομών ΕΡΓΟΣΕ ολοκλήρωσε τη φάση ΙΙ του Εμπορευματικού Κέντρου στο Θριάσιο, ανοίγοντας το δρόμο για να γίνει ο πρώτος ολοκληρωμένος κόμβος εφοδιαστικής στην Ελλάδα. Το έργο, που έχει προϋπολογισμό 60,2 εκατ. ευρώ, θα ενσωματώσει τους διάφορους κλάδους του σιδηροδρομικού δικτύου και θα το συνδέσει με το λιμάνι του Ικονίου, το Διεθνές Αεροδρόμιο Αθηνών και το οδικό δίκτυο. Η EΡΓΟΣΕ επίσης πρόκειται να προκηρύξει διαγωνισμό έργων δικτύου αξίας 4 δις ευρώ και σχεδιάζει έξι μεγάλα στρατηγικά έργα που έχουν σχεδιαστεί για την αναβάθμιση του υφιστάμενου σιδηροδρομικού δικτύου και τη βελτίωση των συνδέσεων με άλλους τρόπους μεταφοράς, θέτοντας τα θεμέλια για την Ελλάδα να γίνει περιφερειακός κόμβος μεταφορών. Η συμφωνία για την κατασκευή της γραμμής 4 του μετρό της Αθήνας συνήφθη μεταξύ της Αττικό Μετρό ΑΕ και της κοινοπραξίας Avax-Ghella-Alstom, ένα έργο προϋπολογισμού 1,2 δις ευρώ που θα προσθέσει 13 χλμ τροχιάς και 15 νέους σταθμούς στο δίκτυο, ενώ θα χρειαστούν οκτώ χρόνια για να ολοκληρωθεί.

Η παραχώρηση 35 ετών στην Εγνατία Οδό απονεμήθηκε στην κοινοπραξία ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ – ΑΙΓΙΣ με το ελληνικό δημόσιο να λαμβάνει προκαταβολή 1,49 δις ευρώ και 7,5% του ακαθάριστου εισοδήματος ετησίως, ενώ η νικήτρια κοινοπραξία συμφωνεί να πραγματοποιήσει νέα κατασκευή αξίας τουλάχιστον 420 εκατ. ευρώ και συντήρηση αξίας 1,5 δις ευρώ. Η τιμή θέτει ένα νέο ρεκόρ για το ταμείο ιδιωτικοποιήσεων, ξεπερνώντας τα 1,2 δις ευρώ που κατέβαλε η Fraport για 14 από τα περιφερειακά αεροδρόμια της Ελλάδας. Η ιδιωτικοποίηση των υποδομών της ΔΕΠΑ εισέρχεται στο τελικό της στάδιο με την εξέταση των οικονομικών προσφορών. Οι δύο υποψήφιοι έχουν ήδη υποβάλει τεχνικές προτάσεις, η Italgas και ο τσεχικός ενεργειακός όμιλος EPH, με τον προτιμώμενο πλειοδότη να αναμένεται να ανακοινωθεί από το ΤΑΙΠΕΔ εντός του Σεπτεμβρίου.

Πέραν τούτων ο ευρύτερος Πειραϊκός χώρος προσδοκά στην αναζωογόνηση της «ναυπηγικής τρίαινας» που σχηματοποιούν οι τρεις μεγάλες ναυπηγικές μονάδες του Σκαραμαγκά, της Ελευσίνας και της Σύρου. Το γεγονός ότι στο ναυπηγείο της Σύρου τοποθετήθηκε επενδυτικά η ΟΝΕΧ με τα μέχρι τώρα αποτελέσματα από την επαναδραστηριοποίηση του ναυπηγείου να είναι εξόχως σημαντικά, δείχνει, ότι υπάρχει σημαντικό πεδίο για την ανάπτυξη του τομέα, ενώ ιδιαίτερα ενθαρρυντικό αποτελεί και το γεγονός, ότι και τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά προσέλκυσαν το επενδυτικό ενδιαφέρον με την ανάληψή τους μάλιστα από τον εφοπλιστή κ. Γιώργο Προκοπίου. Προσδοκούμε να υπάρξει ευτυχής κατάληξη και για το ναυπηγείο της Ελευσίνας, ευελπιστώντας στην ανάπτυξη συνεργιών. Μην ξεχνάμε ότι στον ιστό της ναυτιλίας δραστηριοποιούνται εκατοντάδες επιχειρήσεις όλων των μεγεθών με συναφές προς τις ναυπηγοεπισκευές αντικείμενο, οι οποίες και αναμένουν το «έναυσμα» για να αναπτυχθούν και αυτές την «επόμενη ημέρα» από μία μακρά περίοδο «τελματωμένου» κύκλου εργασιών λόγω της «απουσίας» των μεγάλων ναυπηγικών μονάδων.

Αξίζει να σημειώσουμε τέλος και τον ρόλο των λιμανιών στην προσέλκυση επενδύσεων. Μέχρι σήμερα η επιτυχείς τοποθετήσεις στα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης έχει ανοίξει τους ορίζοντες για την προσέλκυση επενδύσεων και σε άλλα λιμάνια στρατηγικής σημασίας. Ήδη είναι γνωστά, στα υπουργεία Ναυτιλίας, Ανάπτυξης και Οικονομικών, τα «σχήματα» που έχουν εκδηλώσει επενδυτικό ενδιαφέρον για τα λιμάνια της Αλεξανδρούπολης, της Καβάλας, της Ηγουμενίτσας και του Ηρακλείου Κρήτης. Ο λιμενικός τομέας για την προσέλκυση επενδύσεων δεν περιορίζεται μόνο στα κομβικής σημασίας λιμάνια, αλλά και την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων του yachting που έχει προκαλέσει το επενδυτικό ενδιαφέρον για ανάπτυξη μαρινών στη νησιωτική Ελλάδα.

Εν κατακλείδι η Ελλάδα δεν είναι τυχαία σήμερα ο πιο δημοφιλής προορισμός επενδύσεων, αφού έχει αναδείξει στο διεθνές, και όχι μόνο, επενδυτικό κοινό ένα ευρύ πεδίο για επενδύσεις σε αρκετούς τομείς της οικονομίας. Με δεδομένο ότι η παρούσα κυβέρνηση, παρά τις επιπρόσθετες προκλήσεις για την οικονομία από την σοβούσα κρίση της πανδημίας, χειρίστηκε επιτυχώς και συνεχίζει με συνέπεια το μεταρρυθμιστικό της έργο με στόχο την συνεχή βελτίωση εκείνων των παραμέτρων που θα καταστήσουν έτη περαιτέρω θελκτική τη χώρα μας για επενδύσεις. Προσωπικά, πιστεύω πως οι επενδύσεις από εγχώρια επιχειρηματικά σχήματα, αποτελούν ίσως το μεγαλύτερο κίνητρο, δίνουν τα περισσότερα οφέλη και περνάνε το καλύτερο μήνυμα για επενδύσεις στη χώρα μας, αφού αποδεικνύουν την εμπιστοσύνη μας στη προοπτική της ελληνικής οικονομίας.

 

 

 

Γιώργος Καββαθάς, πρόεδρος ΓΣΕΒΕΕ:

Οι προοπτικές των ΜμΕ στην επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας

Η πανδημική κρίση αποτελεί αναμφίβολα μια από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες που έχουμε όλοι, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, κληθεί να αντιμετωπίσουμε σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην ελληνική οικονομία η υγειονομική κρίση εκδηλώθηκε με την μορφή της βαθιάς και απότομης ύφεσης, σε μια περίοδο που η οικονομία ακόμα βρισκόταν στη φάση της ανάκαμψης έπειτα από τη δεκαετή χρηματοπιστωτική κρίση.

Με ταχύτατο ρυθμό και παρά τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση για τη στήριξη της οικονομίας και της απασχόλησης, η πλειονότητα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων βρέθηκε σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση. Είναι ενδεικτικό ότι από το Μάρτη του 2020 όταν πλέον η πανδημία άρχισε να δείχνει τα «δόντια» της και στη χώρα μας, όλοι οι βασικοί οικονομικοί δείκτες των ερευνών του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ που προσδιορίζουν την κατάσταση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων κατέγραψαν σοβαρή μείωση, καταδεικνύοντας πως μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα η κατάστασή τους επιδεινώθηκε δραματικά, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμα και τη βιωσιμότητά τους.

Ο κύκλος εργασιών για επτά στις δέκα μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις μειώθηκε μεσοσταθμικά κατά 47%, ενώ η ραγδαία μείωση της οικονομικής δραστηριότητας αποτυπώθηκε και στην αδυναμία καταβολής των υποχρεώσεών τους τόσο προς το δημόσιο όσο και προς τους ιδιώτες. Σχεδόν το 50% των επιχειρήσεων έχει τουλάχιστον μια ληξιπρόθεσμη οφειλή, ενώ μια στις πέντε επιχειρήσεις παρουσιάζει πολλαπλές ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Επιπλέον, τα ίδια κεφάλαια που διέθεταν, κυρίως για επενδύσεις μικρής κλίμακας, σε μεγάλο βαθμό αναλώθηκαν για την απορρόφηση των επιπτώσεων της πανδημίας. Είναι χαρακτηριστικό πώς μέσα σε μόλις ένα εξάμηνο και συγκεκριμένα στο διάστημα Ιούλιος 2020 – Ιανουάριος 2021 αυξήθηκαν εκθετικά οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις με μηδενικά ταμειακά διαθέσιμα (από 14,8% σε 24,7%).

Το σταδιακό άνοιγμα της αγοράς από τον περασμένο Μάιο, μετά από ένα πολύμηνο lockdown, δημιούργησε αρχικά ένα αίσθημα αισιοδοξίας το οποίο όμως γρήγορα περιορίστηκε καθώς η επανεκκίνηση για τις επιχειρήσεις δεν συνοδεύτηκε από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα την ίδια ώρα που η κυβέρνηση από τον Ιούνιο ξεκίνησε τη σταδιακή απόσυρση των μέτρων στήριξης που αποτελούσαν τον «αναπνευστήρα» για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Από τα παραπάνω, και καθώς διανύουμε μια περίοδο επαναφοράς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής σε συνθήκες σχετικής κανονικότητας, φαίνεται ένα μεγάλο μέρος των μικρών πολύ μικρών επιχειρήσεων παραμένει με μηδενική ρευστότητα και υπερχρεωμένο. Αυτό καθιστά τις επιχειρήσεις αυτές ιδιαίτερα ευάλωτες ως προς την βιωσιμότητά τους σε μια ενδεχόμενη αρνητική μεταβολή των οικονομικών συνθηκών, η οποία με την αβεβαιότητα που κυριαρχεί στο υγειονομικό πεδίο το τελευταίο διάστημα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ως εκ τούτου, καθίσταται αναγκαίο η κυβέρνηση να μην εγκαταλείψει μέτρα στην κατεύθυνση της στήριξη της ρευστότητας των επιχειρήσεων κατά της επανεκκίνηση της οικονομίας ενώ παράλληλα θα πρέπει να ακολουθήσει μια στοχευμένη πολιτική σε κλάδους που χρίζουν βοήθειας καθώς αποτελεί ακόμα ζητούμενο η υιοθέτηση ρυθμίσεων ρεαλιστικής διευθέτησης των υποχρεώσεων που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας ακόμα και διαγραφής μέρους των χρεών.

Όμως εκτός των επιπτώσεων στο αμιγώς οικονομικό πεδίο, η πανδημική κρίση έφερε και σημαντικές μεταβολές στις καταναλωτικές συμπεριφορές, την αγορά εργασίας και παράλληλα λειτούργησε και ως «ψηφιακός επιταχυντής».

Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ο λεγόμενος ψηφιακός μετασχηματισμός φαίνεται πως άλλαξε τα δομικά του χαρακτηριστικά και δεν αποτελεί πλέον μόνο μια διαδικασία ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας τους, αλλά τη βασική προϋπόθεση για την επιβίωσή τους, μέσα σε ένα οικονομικό περιβάλλον που οι τεχνολογικές εξελίξεις μεταβάλλονται με γεωμετρική πρόοδο ψηφιοποιώντας όλο και μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων.

Με δεδομένο και με στόχο την επόμενη ημέρα της επανεκκίνηση της οικονομίας στην οποία θα πρέπει να είναι παρούσες και ενεργές οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι ανάγκες, οι δυνατότητες και ο βαθμός προσαρμογής στο ραγδαία εξελισσόμενο ψηφιακό περιβάλλον θα πρέπει να τύχει καλύτερης προσοχής και μέριμνας από τη μεριά της κυβέρνησης, ιδιαίτερα όταν είναι γνωστό πως οι ΜμΕ αποτελούν το 99,6% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα και προσφέρουν το 80% των θέσεων απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα.

Από τις έρευνες που διεξήγαγε το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ κατά τη διάρκεια της πανδημίας προκύπτει ότι μόλις το 5,5% των ΜμΕ προχώρησαν σε κάποιου είδους ψηφιακού μετασχηματισμού, ενώ το 45% που έχουν ενσωματώσει νέες τεχνολογίες στη δραστηριότητά τους, το έχουν κάνει πριν την πανδημία γεγονός που σημαίνει ότι για τις μισές μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις το ψηφιακό χάσμα όχι μόνο παραμένει αλλά διευρύνεται θέτοντας σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά τους.

Διαχρονικά ως Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) έχουμε τονίσει πως ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν αποτελεί μια αυτόματη και ομοιόμορφη διαδικασία. Απαιτεί επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και ανθρώπινο δυναμικό που προϋποθέτει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Για την κυβέρνηση ο ψηφιακός μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας αποτελεί στρατηγική επιλογή. Ωστόσο οι σχετικοί πόροι που προβλέπονται στο ταμείο ανάκαμψης προϋποθέτουν τον τραπεζικό δανεισμό αποκλείοντας τη μικρή επιχειρηματικότητα καθώς μόλις το 4% των επιχειρήσεων αυτών έχει πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότησή, κάτι που πιστοποιείται και μέσα από τις έρευνες του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ. Επιπλέον, από τις έρευνες, έχει προκύψει πως το 85% των ΜμΕ που έχουν ενσωματώσει νέες τεχνολογίες στην δραστηριότητά τους έχουν χρηματοδοτήσει αυτή την επένδυση με ίδια κεφάλαια. Όμως οι χρηματοδοτήσεις που προβλέπονται μέσω του Ταμείο Ανάκαμψης φαίνεται πως δεν περιλαμβάνουν ούτε την ψηφιακή προσαρμογή, ούτε όμως και την ψηφιακή αναβάθμιση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Υπό αυτούς τους όρους το ψηφιακό χάσμα θα διευρυνθεί περαιτέρω, οξύνοντας τις ανισότητες και δημιουργώντας προϋποθέσεις για μια ενδεχόμενη ευρεία συρρίκνωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Η κυβέρνηση πρέπει να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για να κατανοήσει τα προβλήματα και τις ανάγκες των ΜμΕ και να τις εντάξει στο κάδρο της αναπτυξιακής της στρατηγικής, χωρίς να υποβαθμίζει τη κρίσιμη συμβολή τους στην απασχόληση και την κοινωνική συνοχή. Αυτό η ΓΣΕΒΕΕ το έχει αναδείξει και υπογραμμίσει καθώς ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και επανεκκίνηση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

 

 

Παύλος Ραβάνης πρόεδρος ΒΕΑ:

Πόσο ελκυστική εμφανίζεται αυτήν την εποχή η Ελλάδα για επενδύσεις

Η τελευταία πανευρωπαϊκή έρευνα της Attractiveness Survey Europe 2020, για την ελκυστικότητα της Ευρώπης ως επενδυτικού προορισμού, δίνει ένα θετικό μήνυμα για την Ελλάδα, που εντάσσεται στις ελκυστικότερες χώρες για επενδύσεις, το 2021.

Το μήνυμα αυτό, μένει να δούμε όλοι, σαν επιχειρηματική κοινότητα, πώς και πότε θα μπορέσει να γίνει πραγματικότητα, πώς θα δομήσουμε έτσι τη χώρα, ώστε να δημιουργηθεί ένα τέτοιο περιβάλλον, βιώσιμων ελληνικών επιχειρήσεων αλλά και ξένων επενδύσεων.

Η παρατεταμένη ως και σήμερα υγειονομική – και συνακόλουθα οικονομική – κρίση, μας απέδειξε, ότι οι συνθήκες μεταβάλλονται απότομα σε μια στιγμή και η ανασφάλεια που προκαλείται στην αγορά, μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αρνητικές συνέπειες.

Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο της Αθήνας, έχει ήδη καταθέσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο – πρόταση στην Κυβέρνηση, επισημαίνοντας τους άξονες πάνω στους οποίους κρίνουμε ότι πρέπει να κινηθεί η Χώρα, με τολμηρές δομικές αλλαγές, νομοθετικές κυρίως, ώστε να γίνει η πραγματική επανεκκίνηση της οικονομίας μας και το περιβάλλον να αποδειχτεί πράγματι ελκυστικό για επενδύσεις.

Οι επιχειρήσεις, που λειτουργούν ή θα λειτουργήσουν στην Ελλάδα, χρειάζονται: Ομαλό και σταθερό φορολογικό καθεστώς, ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης, δραστική μείωση γραφειοκρατίας με ψηφιοποίηση υπηρεσιών, καταρτισμένο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό.

Για μας, το νέο παραγωγικό μοντέλο, στηρίζεται στους εξής μοχλούς ανάπτυξης:

-Καθολική προσπάθεια για τη διατροφική επάρκεια της χώρας

-Στήριξη του τουριστικού προϊόντος

-Ενεργοποίηση της βιοτεχνίας / μεταποίησης για τη μείωση των εισαγόμενων προϊόντων και την αύξηση των εξαγωγών

-Οριζόντιος σχεδιασμός για την πράσινη ανάπτυξη: Μείωση της Ενεργειακής Φτώχειας και Ενίσχυση της παραγωγής ΑΠΕ

-Επέκταση διαδικτυακών πωλήσεων προϊόντων

Ως Επιμελητήριο – εκφραστής των παραγωγικών επιχειρήσεων και τεχνικών επαγγελμάτων, επισημαίνουμε σταθερά, τα εξής:

Η ενίσχυση της παραγωγής, είναι βασική προϋπόθεση.

Ένας από τους κύριους άξονες, για τη μετάβαση στο νέο παραγωγικό μοντέλο, είναι η ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Ο βιοτεχνικός – παραγωγικός χώρος, απαιτεί μεγάλα κονδύλια για κάλυψη του κόστους προσωπικού και για προμήθεια πρώτων υλών, τα οποία όλα, διακινούνται μέσω των τραπεζικών ιδρυμάτων. Η δυναμική των επιχειρήσεων, εξασθενεί από την έλλειψη ρευστότητας, με αποτέλεσμα τη χρεωκοπία πολλών βιοτεχνικών και τεχνικών κλάδων. Λύση, επωφελής για την οικονομία, θα ήταν η αξιοποίηση του διαθέσιμου μηχανολογικού εξοπλισμού, με παραμετροποίηση ή και μετασκευή του.

Κρίσιμη είναι και η ενίσχυση της εθνικής παραγωγικής βάσης, μέσω της διασύνδεσης του τουρισμού με την τοπική / εθνική παραγωγή. Χρειάζεται να υποστηριχθεί ο τουριστικός κλάδος της χώρας με σκοπό τη μόχλευση της παραγωγικής δραστηριότητας σε άλλους κλάδους, μέσω της δημιουργίας & υπογραφής τοπικών / εθνικών συμφώνων παραγωγής & προμήθειας προϊόντων / υπηρεσιών (με κλάδους τροφίμων, εξοπλισμού, ιματισμού, κατασκευών κ.λπ). Η βιοτεχνία / μεταποίηση όπως και οι τεχνικοί κλάδοι της χώρας, υποστηρίζουν / επηρεάζουν καθολικά τον πρωτογενή τομέα.

Η εναρμόνιση του Πτωχευτικού Δικαίου στα ευρωπαϊκά πρότυπα είναι αναγκαία

Απαιτείται ένα πλαίσιο, που να προσφέρει γρήγορες και αποτελεσματικές διαδικασίες εξυγίανσης, που να διασώζουν επιχειρηματική αξία και θέσεις εργασίας και να επιτρέπει στην περίπτωση έντιμης επιχειρηματικής αποτυχίας μια γρήγορη επανένταξη στην παραγωγική οικονομία περιουσιακών στοιχείων και φυσικών προσώπων.

 

Η ταξινόμηση των υγιών επιχειρήσεων και όσων έχουν προοπτική ανάπτυξης είναι λύση

Οι «Βαριά Άρρωστες», πτωχευμένες ή υπό πτώχευση επιχειρήσεις, δεν μπορούν να απορροφήσουν προγράμματα χρηματοδοτήσεων.

Χρειάζεται να διαμορφωθεί ένα περιβάλλον, πιο φιλικό προς τις επιχειρήσεις για μία δεύτερη ευκαιρία ώστε:

– αφενός οι εταιρίες που λόγω ευκαιριακής και άδολης αφερεγγυότητας, βρίσκονται σε αδυναμία εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών τους και να μην οδηγούνται στην πτώχευση

– αφετέρου, όταν πλέον δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής, να κλείνουν με ευκολία οι επιχειρήσεις που δεν χρεοκοπούν με δόλο και να μπορούν οι επιχειρηματίες να επιστρέφουν σύντομα στην οικονομική δράση.

Βασική αρχή της Δεύτερης Ευκαιρίας, πρέπει να είναι, η ολοκληρωτική παροχή της σε αυτούς που (εντίμως) πτωχεύουν και η πλήρης άρση των εμποδίων ενός μικρομεσαίου επιχειρηματία να δοκιμάσει και πάλι την τύχη του στον επιχειρηματικό στίβο.

Η ενίσχυση ελληνικής προστιθέμενης αξίας είναι και το Σήμα Ελληνικού Προϊόντος

Απαιτείται να μπει τάξη σε ένα άναρχο τοπίο, όπου κινήματα και φορείς με δεκάδες σήματα, άτυπα και ανεπίσημα, τα οποία επιχειρούν να προβάλλουν την ελληνικότητα του προϊόντος στον τελικό καταναλωτή (μερικές φορές με παραπλανητικό και αθέμιτο τρόπο). Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας, υποστηρίζοντας το Σήμα Ελληνικού Προϊόντος, ανέλαβε μία μεγάλη πρωτοβουλία, σε συνεργασία με τα άλλα Βιοτεχνικά Επιμελητήρια και τους σχετικούς επαγγελματικούς Συνδέσμους, που αδυνατούν οργανωτικά και οικονομικά να υποστηρίξουν μόνοι τους μία αντίστοιχη προσπάθεια, για την προετοιμασία απόκτησης του Σήματος σε πολύ σημαντικούς κλάδους για την ελληνική βιοτεχνία.

Η ελληνική επιχειρηματικότητα χρειάζεται εξειδικευμένο προσωπικό

Είναι διαπιστωμένη η έλλειψη εξειδικευμένου τεχνικού προσωπικού (επισκευή, παραμετροποίηση, συντήρηση των μηχανών κ.α.), με πολύ μεγάλο κίνδυνο, να χαθεί η συσσωρευμένη τεχνική γνώση και εμπειρία. Από τότε που απομακρύνθηκαν οι βιοτεχνίες από τον αστικό ιστό, οι νέοι άνθρωποι έχασαν την επαφή με τα βιωματικά επαγγέλματα. Οι Μικρομεσαίοι, έχουν ανάγκη από: υπαλλήλους με ευρύ φάσμα ικανοτήτων που να καλύπτουν και το πεδίο του τεχνικού, αγοραστή πρώτων υλών κ.α. αλλά και εξειδικευμένους τεχνίτες (συνήθως ως εξωτερικούς συνεργάτες).

Απαιτείται επαγγελματικός και βιωματικός προσανατολισμός στους νέους από τα πρώτα χρόνια της φοίτησης τους στο σχολείο, μέσω της δημιουργίας τεχνικών σχολών κατάρτισης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης τύπου ΕΠΑΛ.