Στη χώρα που ανθεί η εξαγωγή της φαιδράς πορτοκαλέας    

του Κωνσταντίνου Χατζηφώτη

Μέσα στη  μαύρη καταχνιά των δυσοίωνων προβλέψεων για τις βαρύτατες επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης από τη πανδημία του κορωνοϊού στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας, εμφανίστηκε, αναπάντεχα σαν ηλιαχτίδα, η είδηση ότι υπήρξε «έκρηξη εξαγωγών ελληνικών φρούτων και λαχανικών εν μέσω κορωνοϊού». Το ελληνικό πορτοκάλι, το μανταρίνι και το ακτινίδιο μας βγάζουν ασπροπρόσωπους σημειώνοντας, τα δυο τελευταία, ρεκόρ εξαγωγών στις διεθνείς αγορές, ενώ και η εγχώρια κατανάλωση έχει αυξηθεί αισθητά. Εξήγηση υπάρχει, είναι απλή, αλλά πολύ ουσιαστική. Ο καταναλωτής, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, στρέφεται στην ισορροπημένη διατροφή ως πρόσθετη άμυνα απέναντι στις ιογενείς απειλές για την υγεία του.

Μια αυθόρμητη αντίδραση, αρκούντως θεμιτή και ως έναν βαθμό ευπρόσδεκτη, του εγχώριου καταναλωτικού κοινού την περίοδο της υγειονομικής κρίσης είναι η στροφή προς προϊόντα και υπηρεσίες ελληνικής προέλευσης, ο επονομαζόμενος καταναλωτικός πατριωτισμός. Δεν είναι, ανεξαρτήτως συγκυρίας, ευκολοχώνευτο το γεγονός ότι κατακαλόκαιρο αγοράζουμε ηθελημένα ή αθέλητα, υδροπονική ντομάτα Βελγίου, ή δε βρίσκουμε άλλη πατάτα από εκείνη της Αιγύπτου ή λεμόνια από εκείνα της Αργεντινής. Η επιλογή του ελληνικού αγροτικού προϊόντος δεν είναι μόνο θέμα ανώτερης γεύσης και ποιότητας ή στήριξης της εγχώριας παραγωγής. Έχει σαφές κοινωνικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Όπως όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, έτσι και η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να τηρεί συγκεκριμένα πρότυπα και να εφαρμόζει αυστηρούς κανονισμούς που διατρέχουν όλη την αλυσίδα παραγωγής και διάθεσης, και αφορούν σε εργασιακές συνθήκες, περιβαλλοντικούς και υγειονομικούς περιορισμούς, που σε τρίτα κράτη παρουσιάζονται ποικίλες παρεκκλίσεις και εκπτώσεις, καθιστώντας τα προϊόντα των τελευταίων περισσότερο ανταγωνιστικά και ελκυστικά από άποψη τιμής.

Μπορεί όμως υπό τις παρούσες συνθήκες ο καταναλωτικός πατριωτισμός να αποτελέσει κάτι περισσότερο από σωσίβιο απελπισίας για μια οικονομία που παλεύει να μη (ξανα)βυθιστεί; Και τί θα γινόταν αν ο καταναλωτικός πατριωτισμός μετατρεπόταν σε έναν γενικευμένο εμπορικό «εθνικισμό», με παραδοσιακούς εισαγωγείς προϊόντων μας όπως η φέτα, το γιαούρτι, το λάδι, τα φρούτα, να μας τα επιστρέφουν επειδή και αυτοί θέλουν να στηρίξουν τα δικά τους προϊόντα;

Η δεκαετής ελληνική οικονομική κρίση έβαλε ένα μικρό, ωστόσο, κρίσιμο κομμάτι της ελληνικής επιχειρηματικής κοινότητας να σκεφτεί και να προσανατολιστεί έξω από το κουτί. Ένας σοφός καπνοπαραγωγός από τη Θράκη μου έλεγε πριν πολλά χρόνια ότι «από ένα τσιγάρο να καπνίσει κάθε κινέζος θα γίνουμε όλοι πλούσιοι». Η λογική του, αν και πλέον απαγορευμένη στους κλειστούς χώρους  ως προς το αντικείμενο, παραμένει πάντα επίκαιρη. Γιατί να απευθύνεσαι μόνο στην αγορά του χωριού σου, της πόλης, της περιφέρειας, της χώρας σου των δέκα εκατομμυρίων, όταν σε περιμένουν άλλα… 8 δισεκατομμύρια πιθανοί πελάτες σε όλον τον πλανήτη, ενώ μπορείς πλέον να φτάσεις και στην τελευταία άκρη του κόσμου για να βρεις αγοραστή για το προϊόν ή την υπηρεσία σου; Δεν είναι βέβαια τόσο απλό όσο ακούγεται, ειδικά όταν πρέπει να παλεύεις απέναντι σε δράκους που τρέφονται από παραδοσιακά δυσκίνητες και μονόχνοτες κρατικές δομές, διαδικασίες και πολιτικές, που περισσότερο αποθαρρύνουν παρά ευνοούν την όποια διάθεση εξωστρέφειας.

Η ελπιδοφόρα εξαγωγική επίδοση των φρούτων μας, λοιπόν, μπορεί να λειτουργήσει ως οδοδείκτης για τη φάση ανασύνταξης και επανεκκίνησης στην οποία έχει εισέλθει, ελπίζουμε, χωρίς πισωγυρίσματα λόγω αναζωπύρωσης της εξάπλωσης του ιού, η οικονομία της χώρας μας. Με τη ναυαρχίδα του παραγωγικού μας μοντέλου, τον τουρισμό στην εντατική μετά από πολλά χρόνια, με τον κλάδο των υπηρεσιών φιλοξενίας να συμπαρασύρεται στον υφεσιακό στροβιλισμό, ξαναμπαίνει στο τραπέζι του δημόσιου διαλόγου η ανάγκη να επαναπροσδιοριστεί το παραγωγικό μοντέλο της χώρας για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις ενός εξαιρετικά ασταθούς, ευμετάβλητου και απρόβλεπτου παγκόσμιου οικονομικού περιβάλλοντος. Κεφαλαιοποιώντας τη χρηστή διαχείριση της υγειονομικής κρίσης, αλλά και μαζί με στρατηγικά αποφασισμένη στροφή στον ανταγωνιστικό πρωτογενή τομέα, τη μεταποίηση που προσθέτει αξία, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες, την έρευνα και την καινοτομία που διασυνδέονται με την αγορά, τον ποιοτικό, δωδεκάμηνο τουρισμό, η εξωστρέφεια και ο εξαγωγικός προσανατολισμός της οικονομίας μας μπορούν να αποτελέσουν αξιόπιστους και ανθεκτικούς πυλώνες ενός φιλόδοξου και μακρόπνοου σχεδιασμού που έχει, περισσότερο από ποτέ, ουσιαστική ανάγκη η ελληνική οικονομία.

Αυτήν τη φορά, με την εξαγωγική άνθισή της, η φαιδρά πορτοκαλέα μπορεί  να ανατρέψει, την κατά τα λοιπά ατυχή, ταύτισή της με τις διαχρονικά  χρεωκοπημένες εκφάνσεις του εθνικού μας παραγωγικού μοντέλου που προσπαθούμε να αφήσουμε πίσω μας, οριστικά.

 

Ο Κωνσταντίνος Χατζηφώτης είναι Δικηγόρος, μέλος του ΔΣΑ, και πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου