Διεθνές Εμπόριο: ΗΠΑ και Κίνα σε τροχιά σύγκρουσης

Τη Δευτέρα, παραμονή Χριστουγέννων, η απερχόμενη υπουργός Εμπορίου της κυβέρνησης Μπάιντεν, Τζίνα Ραϊμόντο, δήλωσε ότι οι αμερικανικές αντιμονοπωλιακές αρχές ξεκινούν έρευνα για να εξετάσουν αν οι κινεζικές εταιρείες ημιαγωγών υιοθετούν πρακτικές που «παραβιάζουν τον ανταγωνισμό ώστε να αποκτήσουν δεσπόζουσα θέση στην παγκόσμια αγορά».

Τραμπ: Ο Μπάιντεν παραμένει στο Οβάλ Γραφείο, αλλά ο νέος πρόεδρος ήδη επηρεάζει τις αγορές

«Περίπου τα δύο τρίτα των αμερικανικών προϊόντων περιέχουν κινεζικά τσιπ, κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό. Το Πεκίνο στοχεύει να κυριαρχήσει στην αγορά αυτή, και οι μεθόδοι που ακολουθεί έχουν οδηγήσει σε δισταγμό των επενδυτών να δραστηριοποιηθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες», ανέφερε η υπουργός σε συνέντευξη Τύπου.

Η έρευνα, υπό την καθοδήγηση του Γραφείου Αντιπροσώπου Εμπορίου του Λευκού Οίκου (USTR), θα εξετάσει αν η Κίνα ακολουθεί πολιτικές που ενισχύουν την «επικίνδυνη εξάρτηση της εφοδιαστικής αλυσίδας στους ημιαγωγούς».

Η Ουάσιγκτον εκφράζει φόβους ότι το Πεκίνο επιδιώκει να «αποδυναμώσει την ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών εταιρειών και εργαζομένων, τις κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού των ΗΠΑ και την ευρύτερη οικονομική ασφάλεια της χώρας», σύμφωνα με το USTR.

Ο νόμος CHIPS

«Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Κίνα εφαρμόζει πολιτική κυριαρχίας στον κλάδο, επιτρέποντας στις εταιρείες της να αυξάνουν γρήγορα τις παραγωγικές τους δυνατότητες και να προσφέρουν τιμές που υπονομεύουν τον ανταγωνισμό», τόνισε η επικεφαλής του USTR, Κάθριν Τάι.

Οι ΗΠΑ ανησυχούν για το πλεονέκτημα που παρέχουν στις κινεζικές εταιρείες οι επιδοτήσεις, η ευνοϊκή φορολογική πολιτική και άλλες παροχές από την κεντρική κυβέρνηση του Πεκίνου. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον προσπαθεί να αναζωογονήσει την παραγωγή ημιαγωγών στις ΗΠΑ μέσω του νόμου CHIPS.

Η νομοθεσία, πρωτοβουλία του Τζο Μπάιντεν που ισχύει από τον Αύγουστο του 2022, προβλέπει έως και 52 δισ. δολάρια για την υποστήριξη υποδομών στον τομέα των ημιαγωγών.

Κλιμάκωση και εμπορικός πόλεμος

Η έρευνα των αμερικανικών αρχών θα εστιάσει στους «ώριμους ημιαγωγούς», τα τσιπάκια που χρησιμοποιούνται από ιατρικές συσκευές μέχρι τηλεπικοινωνίες και αυτοκίνητα. Αναμένεται να ξεκινήσει στις 6 Ιανουαρίου, να διαρκέσει 90 ημέρες και πιθανώς να συνεχιστεί υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ορκίζεται στις 20 Ιανουαρίου.

Η διακυβέρνηση Μπάιντεν έχει ήδη λάβει μέτρα για τον περιορισμό της πρόσβασης κινεζικών εταιρειών σε προηγμένους ημιαγωγούς και τον απαιτούμενο εξοπλισμό παραγωγής τους, επικαλούμενη την ανάγκη παρεμπόδισης της στρατιωτικής ενίσχυσης της Κίνας. Το Πεκίνο αντέδρασε κατηγορώντας την Ουάσιγκτον για «πολιτικοποίηση εμπορικών και τεχνολογικών ζητημάτων».

Από τις αρχές Δεκεμβρίου, η Κίνα απάντησε με περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων μετάλλων, όπως το γάλλιο και το γερμάνιο, που είναι κρίσιμα για την παραγωγή ημιαγωγών.

Το 2025 διαφαίνεται ως χρονιά ενός γενικευμένου σινοαμερικανικού εμπορικού πολέμου. Οι εξελίξεις της Δευτέρας αποτελούν κλιμάκωση από την πλευρά Μπάιντεν, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν το έδαφος για τον Τραμπ να προχωρήσει σε δασμολόγηση των κινεζικών εισαγωγών κατά 60%.