Εξαγωγές Θερινών Νωπών Οπωροκηπευτικών

   Η φετεινή παραγωγή θερινών φρούτων στην χώρα μας – με τις μέχρι σήμερα επικρατήσασες καιρικές συνθήκες και τις ζημιές που έχουν προκληθεί –εκτιμάται ότι είναι μια κανονική χρονιά στα επίπεδα του 2020 και οι εξαγωγές αναμένεται να κυμανθούν στο ύψος του 2020 ( το 2021 είχαμε λόγω καταστροφών μεγάλες απώλειες παραγωγής και εξαγωγών θερινών φρούτων). Η μέχρι σήμερα πορεία ωστόσο δεν επιβεβαιώνει την πρόβλεψη. Δείχνει δε μια μείωση της τάξης του -18,3% έναντι του 2020, παρά την οριακή αύξηση κατά +1,4% έναντι του 2021, οφειλόμενη τόσο στην υποκατανάλωση στις κύριες αγορές όσο και στην έλλειψη εργατών γης.

   Ο Ιούλιος είναι ένας από τους πιο σημαντικούς εξαγωγικούς μήνες για εξαγωγές φρούτων και λαχανικών. Τα πυρηνόκαρπα φρούτα  όπως τα ροδάκινα, τα δαμάσκηνα, τα νεκταρίνια, τα βερίκοκα και τα κεράσια είναι τα προϊόντα που πρωταγωνιστούν.

   Η κατανάλωση φρέσκων ροδάκινων και νεκταρινιών στην ΕΕ θα αυξηθεί φέτος κατά 3% σε σύγκριση με το 2021 , παρά την εξασθένηση της αγοραστικής δύναμης.

   Το ποσοστό αυτό είναι 5% χαμηλότερο από τη μέση κατανάλωση της τελευταίας πενταετίας, σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις προοπτικές των αγροτικών αγορών Η κοινοτική παραγωγή αυξάνεται κατά 3% και όσον αφορά το εξωκοινοτικό εξωτερικό εμπόριο: οι εισαγωγές αυξάνονται κατά 11% και οι εξαγωγές σταθεροποιούνται.

   Υπάρχει καλή ζήτηση και οι τιμές είναι υψηλές τόσο για τα ροδάκινα όσο και για τα νεκταρίνια. Υπάρχει έλλειψη ισπανικού προϊόντος και αυτό δίνει ένα πλεονέκτημα στην ελληνική παραγωγή εφ’ όσον διακινηθεί κατ’ ευθείαν προς τις καταναλωτικές αγορές με την ελληνική τους σήμανση και διατηρώντας την φήμη των ελληνιών προϊόντων στις αγορές. Από τα μέχρι στιγμής στοιχεία δεν υπήρξε σχετική εμπορική εκμετάλλευση και ήδη άρχισαν οι διακοπές των Ευρωπαίων οπότε και αναμένεται μικρή υποχώρηση της κατανάλωσης.

   Συνεχίζεται η συγκομιδή θερινών φρούτων και λαχανικών με τις εξαγωγές των βερύκοκκων να είναι μειωμένες έναντι της κανονικής από απόψεως παραγωγής του 2020 κατά -11,8% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο 2020 ανερχόμενες σε 17.621 τόνους, αυξημένες όμως σε σχέση με την μειωμένης παραγωγής περίοδο του 2021 +35,4%, των ροδακίνων κατά -43,5%  ανερχόμενες σε 38.892 τόνους και + 81,2% σε σχέση με 2021, των νεκταρινιών κατά -25,5% ανερχόμενες σε 27.272 τόνους και + 158,2% σε σχέση με 2021 και των κερασιών μειωμένες κατά -11,1% ανερχόμενες σε 34.269 τόνους αλλά και -3,4% σε σχέση με 2021 , των δε καρπουζιών   κατά -10% στους 170.939 σε σχέση με το 2020 και -15,9% σε σχέση με 2021 τόνους με τις τιμές πώλησης & αγοράς ελαφρώς βελτιωμένες έναντι της αντίστοιχης προπερσυνής περιόδου που δεν καλύπτουν το κόστος παραγωγής και εμπορίου.

   Συνεχίζεται η συγκομιδή και εξαγωγή επιτραπεζίων σταφυλιών με καλύτερους ρυθμούς με την παραγωγή μέχρι σήμερα να εξελίσσεται κανονικά με ζημιές στην ποικιλία Βικτώρια, λόγω καιρικών συνθηκών με την ζήτηση και τις τιμές στις καταναλωτικές αγορές να πιέζονται για διατήρηση στα ίδια επίπεδα με την αντίστοιχη περσινή περίοδο και την είσοδο στην συγκομιδή και εξαγωγή μεγαλύτερου όγκου την επόμενη εβδομάδα.

  Δυστυχώς εξακολουθεί η διακίνηση προϊόντων ατυποποίητων και κατ΄ ευθείαν από τον αγρό, χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα (πιστοποιητικά φορολογικά και τυποποίησης) αλλά και σωστής σήμανσης της συσκευασίας τους από «Έλληνες ακόμη και μη έχοντες την εμπορική ιδιότητα μη εγγεγραμμένους στο ΜΕΝΟ, Βαλκάνιους κ.α εμπόρους» που δεν υποβάλουν την προβλεπόμενη αναγγελία για έλεγχο στο ΜΕΝΟ, και με Ισπανούς εμπόρους που προσπαθούν να διατηρήσουν την πελατεία τους στις καταναλωτικές αγορές . Καλούνται οι αρμόδιες ελληνικές  ελεγκτικές αρχές  για την αυστηρή τήρηση των εμπορικών προδιαγραφών – ποιότητας, επισήμανσης και ταυτότητος  για τα αποστελλόμενα-εξαγόμενα οπωροκηπευτικά προϊόντα.

Σε κάθε περίπτωση ακόμη και η ομαλή συγκομιδή και εμπορία της παραγωγής, θα επιφέρει μείωση του εισοδήματος των παραγωγών, λόγω υπερπροσφοράς στις καταναλωτικές αγορές, δεδομένου ότι η οποιαδήποτε ποσοστιαία μεσοσταθμική αύξηση της τιμής πώλησης δεν θα καλύψει την αύξηση του κόστους παραγωγής (το πρώτο πεντάμηνο +14% έναντι αύξησης κόστους της τάξεως του 35%).

Πηγή: Γ. Πολυχρονάκης, Incofruit Hellas