Το διαδίκτυο δεν είναι πανάκεια για την επιχειρηματική επιτυχία: αυτό αποδεικνύουν περίτρανα εταιρίες όπως η Primark.

Ως ο μεγαλύτερος retailer βάσει του όγκου πωλήσεων, και ο τρίτος μεγαλύτερος έμπορος λιανικής αξίας (πίσω από M&S και Next) του Ηνωμένου Βασιλείου, η εταιρία κάνει πράγματα αρκετά διαφορετικά σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Αποφεύγει την επέκτασή της σε ηλεκτρονικά καταστήματα και εστιάζει σε highstreet στρατηγικές. Η σχέση της με το διαδίκτυο περιορίζεται στην ενεργή χρήση κοινωνικών δικτύων.

Οι διαφορές όμως δεν σταματούν εδώ. Η Primark δεν προσφέρει εκπτώσεις BlackFriday. Δεν στοχεύει σε συγκεκριμένα μέλη της οικογένειας, αλλά αντίθετα προσφέρει προϊόντα κυριολεκτικά σε κάθε είδους πελάτη.

Παρόλα αυτά, η εταιρία συνεχίζει να διαγράφει μια εξαιρετικά θετική πορεία. Κατά την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων, δήλωσε πως απέκτησε μερίδιο αγοράς, αύξησε τις πωλήσεις της, ενώ ταυτόχρονα μείωσε την επιβολή εκπτώσεων.

Γιατί όμως, η αλυσίδα καταστημάτων γρήγορης μόδας με 174 υποκαταστήματα σε όλη την Μεγάλη Βρετανία επιμένει τόσο στο να μείνει offline;

Η απάντηση είναι απλή, σύμφωνα με τον JohnBason, στου οικονομικού διευθυντή της μητρικής εταιρείας PrimarksAssociatedBritishFoods. “Το κόστος κατ’ οίκον παράδοσης των προϊόντων μας δεν μπορεί να υποστηριχθεί με τα σημεία τιμών μας”, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.

Καθώς το 30-40% των ενδυμάτων που αγοράζονται και πωλούνται στο διαδίκτυο επιστρέφονται, αυτό θα αύξανε κατά πολύ τα διαδικαστικά κόστη της εταιρίας. Τα προϊόντα της πάντα πωλούνται σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, και η Primark επιδιώκει να διατηρήσει αυτό το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα. Ακόμη και εάν αυτό της “στερεί” το δικαίωμα να εκσυγχρονιστεί, όπως αρμόζει ο 21ος αιώνας. Η ίδια πάντως, μας αποδεικνύει πως δεν χρειάζεται. Το επιχειρείν έχει πολλές μορφές, όμως καμία δεν είναι σίγουρη λύση.