Το μερίδιο της Κίνας στις εισαγωγές των ΗΠΑ πέφτει στο 7% – Πλησιάζει το Βιετνάμ

Το ποσοστό που κατέχει η Κίνα στις εισαγωγές προϊόντων των Ηνωμένων Πολιτειών υποχώρησε σημαντικά τον Μάιο του 2025, φτάνοντας στο 7,1%, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Γραφείου Απογραφής των ΗΠΑ. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο από το 2001, σηματοδοτώντας μια δραματική και συνεχιζόμενη υποχώρηση της άλλοτε κυρίαρχης εμπορικής θέσης της Κίνας στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Η νέα αυτή πτώση αντιστοιχεί σε μείωση 4,3 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους και εντάσσεται σε μια διαχρονική τάση αποσύνδεσης, η οποία ξεκίνησε με την πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, όταν εφαρμόστηκαν τα πρώτα μεγάλης κλίμακας τιμωρητικά μέτρα και δασμοί κατά της Κίνας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μόλις τον Σεπτέμβριο του 2024, δηλαδή λίγους μήνες πριν από την επάνοδο του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, το μερίδιο της Κίνας στις εισαγωγές των ΗΠΑ βρισκόταν ακόμη στο 14,8%. Η απότομη πτώση που ακολούθησε συνδέεται με τη νέα επιθετική δασμολογική πολιτική της Ουάσινγκτον, που έχει στόχο τη μετατόπιση των εμπορικών ροών μακριά από το Πεκίνο.

Σε αυτό το νέο εμπορικό περιβάλλον, άλλες ασιατικές οικονομίες έχουν κερδίσει έδαφος ως εναλλακτικοί προμηθευτές των ΗΠΑ. Η Ταϊβάν και το Βιετνάμ, δύο χώρες που βρίσκονται γεωγραφικά κοντά στην Κίνα αλλά με διαφορετικές στρατηγικές σχέσεις με τη Δύση, αύξησαν θεαματικά τα μερίδιά τους: και οι δύο κατέλαβαν περίπου 6% των αμερικανικών εισαγωγών τον Μάιο, διπλάσιο ποσοστό σε σύγκριση με μόλις ένα χρόνο νωρίτερα (2023), όταν κυμαίνονταν κοντά στο 3%.

Η Ταϊβάν, ειδικότερα, πλησίασε επικίνδυνα το κινεζικό μερίδιο, απέχοντας μόλις 1,2 ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στη ραγδαία άνοδο της παγκόσμιας ζήτησης για τεχνητή νοημοσύνη (AI). Ο τομέας των ημιαγωγών, στον οποίο η Ταϊβάν έχει ηγετική θέση παγκοσμίως μέσω εταιρειών όπως η TSMC, έχει καταστεί κρίσιμος κόμβος για τις αμερικανικές εισαγωγές τεχνολογικών προϊόντων.

Από την άλλη πλευρά, το Βιετνάμ ενισχύθηκε όχι μόνο από τις νέες επενδύσεις παραγωγής, αλλά και από την έμμεση διοχέτευση κινεζικών προϊόντων, που συναρμολογούνται ή τροποποιούνται τοπικά για να αποφευχθούν οι αμερικανικοί δασμοί. Αυτή η πρακτική έχει τεθεί στο στόχαστρο της Ουάσινγκτον: νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την επιβολή δασμών 40% σε συγκεκριμένα αγαθά που εισάγονται από το Βιετνάμ, τα οποία θεωρούνται ότι περιέχουν κινεζικά εξαρτήματα ή παράγονται με στόχο την παράκαμψη των τιμωρητικών μέτρων κατά της Κίνας.

Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο μιας βαθύτερης αναδιάρθρωσης του παγκόσμιου εμπορίου, καθώς οι ΗΠΑ προσπαθούν να αποσυνδεθούν στρατηγικά από την Κίνα και να αναζητήσουν εναλλακτικές αλυσίδες εφοδιασμού σε πιο φιλικά ή γεωπολιτικά ουδέτερα κράτη. Παρότι αυτή η διαδικασία δημιουργεί νέες ευκαιρίες για ορισμένες οικονομίες της Ασίας, ταυτόχρονα εγείρει νέους εμπορικούς και ρυθμιστικούς κινδύνους, ειδικά για χώρες που εξαρτώνται έντονα από την κινεζική τεχνογνωσία ή πρώτες ύλες.