Οι δασμοί του Τραμπ – Πώς αναδιαμόρφωσαν τις παγκόσμιες αγορές

Οι λεγόμενοι «δασμοί Τραμπ», έναν χρόνο μετά την εξαγγελία τους από τον Αμερικανό πρόεδρο, έχουν επιφέρει σημαντικές ανακατατάξεις στη λειτουργία των διεθνών αγορών.

Πριν από έναν χρόνο, στις 2 Απριλίου 2025, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, εμφανίστηκε στον Κήπο των Ρόδων του Λευκού Οίκου, παρουσιάζοντας μια ανακοίνωση που επρόκειτο να εξελιχθεί σε μία από τις πιο καθοριστικές πολιτικές επιλογές της δεύτερης προεδρικής του θητείας.

Στην τοποθέτησή του, ο Αμερικανός πρόεδρος αποκάλυψε έναν εκτενή κατάλογο δασμών ανά χώρα, εντάσσοντάς τον στο πλαίσιο μιας εμπορικής στρατηγικής που ο ίδιος χαρακτήρισε ως «Ημέρα Απελευθέρωσης». Η πρωτοβουλία αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και οδήγησε σε αυξημένη αβεβαιότητα και μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές.

Το συγκεκριμένο πακέτο μέτρων περιλάμβανε υψηλούς δασμούς σε εισαγόμενα προϊόντα από σημαντικούς εμπορικούς εταίρους, με βασικά παραδείγματα το 34% για τα κινεζικά προϊόντα, το 20% για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το 46% για το Βιετνάμ.

Το κύμα μαζικών ρευστοποιήσεων που ακολούθησε επηρέασε ένα ευρύ φάσμα επενδυτικών κατηγοριών σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι αμερικανικές μετοχές, τα κρατικά ομόλογα και το δολάριο υπέστησαν ισχυρές πιέσεις, σε ένα φαινόμενο που οι αγορές χαρακτήρισαν ως «Sell America» trade, όπως επισημαίνει και το CNBC.

Ο απρόβλεπτος Τραμπ
Σύμφωνα με στοιχεία του CNBC, κατά τους δώδεκα μήνες που ακολούθησαν τη λεγόμενη «Ημέρα Απελευθέρωσης», τα αμερικανικά επενδυτικά προϊόντα συνέχισαν να παρουσιάζουν έντονη μεταβλητότητα, η οποία συνδέθηκε με το απρόβλεπτο μείγμα πολιτικών επιλογών του Τραμπ. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην ανάδυση νέων επενδυτικών στρατηγικών και τάσεων, όπως το ABUSA (Anywhere But the USA) και το TACO (Trump Always Chickens Out).

Την ίδια περίοδο, αρκετές διεθνείς αγορές —όπως οι βασικοί χρηματιστηριακοί δείκτες της Βραζιλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιαπωνίας— κατέγραψαν καλύτερες επιδόσεις από τον δείκτη S&P 500. Αυτό αποδίδεται στο γεγονός ότι πολλοί επενδυτές, ιδιαίτερα εκτός ΗΠΑ, επιδίωξαν μεγαλύτερη γεωγραφική διαφοροποίηση και περιορισμό της εξάρτησής τους από την αμερικανική αγορά.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον προχώρησε σε σύναψη εμπορικών συμφωνιών με βασικούς εταίρους, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ινδία και η Ελβετία, οι οποίες οδήγησαν σε μείωση των επιβαλλόμενων δασμών.

Απόφαση – σταθμός
Ωστόσο, τον Φεβρουάριο, το ισχύον καθεστώς δασμών ανετράπη, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών το έκρινε παράνομο. Στη συνέχεια, δικαστική απόφαση υποχρέωσε την κυβέρνηση να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο επιστροφής δισεκατομμυρίων δολαρίων σε εισαγωγείς.

Τον προηγούμενο μήνα, ο Τραμπ προχώρησε στην έναρξη ερευνών βάσει του Section 301 εναντίον περισσότερων από δώδεκα εμπορικών εταίρων —μεταξύ των οποίων η Κίνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ιαπωνία, η Ελβετία και η Ινδία— ανοίγοντας τον δρόμο για την επιβολή νέων δασμών. Η κίνηση αυτή ήρθε σε συνέχεια της εφαρμογής ενός «καθολικού» δασμού ύψους 10% στις εισαγωγές, ο οποίος, σύμφωνα με την αμερικανική κυβέρνηση, προβλέπεται να αυξηθεί στο 15%.

Αναθεώρηση θέσεων
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας και διακυμάνσεων, ο επικεφαλής επενδύσεων της AJ Bell, Russ Mould, σημείωσε ότι οι επενδυτές επανεξετάζουν διαρκώς την έκθεσή τους στην αμερικανική αγορά.
Όπως ανέφερε, οι δασμοί και οι επιθετικές εμπορικές πρακτικές, οι πιέσεις στην ανεξαρτησία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, καθώς και οι στρατιωτικές παρεμβάσεις στη Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με εντάσεις γύρω από τη Γροιλανδία, τις υψηλές αποτιμήσεις των αμερικανικών αγορών και το αυξανόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα, οδηγούν τους επενδυτές σε επαναξιολόγηση της αντίληψης περί αμερικανικής υπεροχής.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι λεγόμενοι «ανταποδοτικοί δασμοί» του Τραμπ ανήγαγαν την εμπορική πολιτική σε ένα εντελώς νέο επίπεδο έντασης.
Αν και οι αγορές μετοχών και ομολόγων δεν υποδέχθηκαν θετικά αυτές τις πολιτικές, σημείωσε ότι κατέγραψαν ταχεία ανάκαμψη κάθε φορά που ο Τραμπ υποχωρούσε σε ορισμένα μέτρα.

«Ωστόσο, οι επενδυτές εμφανίζονται πλέον πιο επιφυλακτικοί και επιλεκτικοί ως προς την κατανομή των κεφαλαίων τους σε ένα περιβάλλον μετά την “Ημέρα Απελευθέρωσης”, όπου ακόμη και οι αναρτήσεις του προέδρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν σημαντικό αντίκτυπο σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο», τόνισε.

Όπως πρόσθεσε, αν και η αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά ανέκαμψε δυναμικά από τα χαμηλά εκείνης της περιόδου, δεν αποτελεί πλέον την αυτονόητη πρώτη επιλογή για τους επενδυτές, όπως συνέβαινε σε μεγάλο βαθμό μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2009. Με άλλα λόγια, το δόγμα «America First» δεν μεταφράζεται πλέον σε απόλυτη κυριαρχία στις επενδυτικές επιλογές.

Εναλλακτικές
Σύμφωνα με ανάλυση της AJ Bell, χρηματιστηριακοί δείκτες όπως ο Shanghai Composite, ο Kospi της Νότιας Κορέας και ο Nikkei 225 της Ιαπωνίας κατέγραψαν υψηλότερες αποδόσεις σε σύγκριση με τους βασικούς δείκτες της Wall Street μετά την «Ημέρα Απελευθέρωσης», με τις αναδυόμενες αγορές να πρωταγωνιστούν.

Παράλληλα, τα στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδιαφέρον για διεθνή επενδυτικά κεφάλαια που εξαιρούν τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που υποδηλώνει μια συνειδητή επιλογή απομάκρυνσης από την αμερικανική αγορά.

Ο Daniel Casali της Evelyn Partners ανέφερε στο CNBC ότι, σε όρους στερλίνας, ο δείκτης MSCI USA σημείωσε άνοδο 14% από τις 2 Απριλίου, υπολειπόμενος ωστόσο του MSCI All Country World Index, ο οποίος ενισχύθηκε κατά 18%.

Όπως εξήγησε, η σχετική αυτή υστέρηση των αμερικανικών μετοχών πιθανόν αντικατοπτρίζει τις επιπτώσεις της πολιτικής «America First», η οποία ώθησε την Ευρώπη να αυξήσει τις δαπάνες της σε τομείς όπως η άμυνα και οι υποδομές.
Παρά ταύτα, επισήμανε ότι η μειωμένη επενδυτική έκθεση στις ΗΠΑ κατά τον τελευταίο χρόνο δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι η χώρα θα συνεχίσει να υστερεί σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

«Η αμερικανική οικονομία διαθέτει ισχυρό ιστορικό ταχύτερης ανάπτυξης σε σχέση με άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες και εξακολουθεί να διατηρεί ηγετική θέση στον τομέα της καινοτομίας», ανέφερε, τονίζοντας ότι η διαφοροποίηση αποτελεί βασικό στοιχείο μιας επιτυχημένης επενδυτικής στρατηγικής.

Η ελκυστικότητα της αμερικανικής αγοράς
Από την πλευρά του, ο Nigel Green της deVere Group επεσήμανε ότι, έναν χρόνο μετά, ο δείκτης S&P 500 εξακολουθεί να κινείται σε θετική κατεύθυνση, ωστόσο η κατανομή των επενδυτικών κεφαλαίων έχει διαφοροποιηθεί.

Όπως υπογράμμισε, δεν παρατηρείται μαζική αποχώρηση κεφαλαίων από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά αντίθετα μια αυξημένη ροή νέων επενδύσεων προς αγορές όπως η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νοτιοανατολική Ασία.

«Οι επενδυτές δεν αντιμετωπίζουν πλέον τις ΗΠΑ ως μια ενιαία και αδιαφοροποίητη ευκαιρία. Επιλέγουν συγκεκριμένους κλάδους που ευνοούνται από τις πολιτικές εξελίξεις, αποφεύγοντας εκείνους που πλήττονται από τις εμπορικές εντάσεις», σημείωσε.

Κατά τον ίδιο, η «Ημέρα Απελευθέρωσης» επιτάχυνε τον διαχωρισμό μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών επιχειρήσεων: από τη μία πλευρά, εταιρείες που σχετίζονται με την εγχώρια παραγωγή, την τεχνητή νοημοσύνη και την ενεργειακή ασφάλεια προσελκύουν επενδυτικά κεφάλαια, ενώ από την άλλη, επιχειρήσεις με έντονη διεθνή δραστηριότητα και πολύπλοκες εφοδιαστικές αλυσίδες αντιμετωπίζουν πιέσεις.

«Η υπεροχή των ΗΠΑ εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη», τόνισε.

Τέλος, ο Dorian Carrell της Schroders ανέδειξε την αβεβαιότητα που επικρατεί λόγω του πολέμου στο Ιράν, τις πιέσεις στην αγορά ιδιωτικού χρέους και τις αυξημένες επενδύσεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης ως βασικούς παράγοντες που οδηγούν τους επενδυτές σε αναθεώρηση των στρατηγικών τους.

«Έναν χρόνο μετά, το παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον μεταβαίνει από έναν συγχρονισμένο κύκλο που καθοριζόταν κυρίως από πολιτικές αποφάσεις, σε ένα πιο σύνθετο τοπίο όπου κυριαρχούν οι εθνικές προτεραιότητες, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η αυξημένη αβεβαιότητα», κατέληξε.